Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ζητά αυτοδυναμία. Ο Νίκος Ανδρουλάκης αποκλείει συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία και, με τη γραμμή της πολιτικής αυτονομίας, κρατά κλειστή την πόρτα και προς τον Αλέξη Τσίπρα. Ο Τσίπρας, αντίθετα, είναι ο μόνος που μιλά ανοιχτά για το ενδεχόμενο κυβέρνησης συνεργασίας.
Εφόσον η ΕΛ.Α.Σ. πάρει την πρώτη εντολή, λέει, θα πρέπει να εξαντληθούν οι δυνατότητες σχηματισμού κυβέρνησης στη βάση μιας προγραμματικής συμφωνίας. Αν αυτό δεν καταστεί δυνατό, τότε η χώρα θα ξαναμιλήσει στην κάλπη.
Αυτή είναι η ουσιαστική διαφοροποίηση του Τσίπρα.
Δεν προεξοφλεί ούτε αυτοδυναμία ούτε ακυβερνησία. Βάζει στο τραπέζι τη συνεννόηση.
Και η θέση αυτή αποκτά μεγαλύτερο βάρος όταν συνδυαστεί με τους σημερινούς πολιτικούς συσχετισμούς. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν σταθερά τη ΝΔ πρώτη, την ΕΛ.Α.Σ. δεύτερη και το ΠΑΣΟΚ τρίτο.
Εδώ βρίσκεται το πρόβλημα της στρατηγικής Ανδρουλάκη.
Το ΠΑΣΟΚ λέει «όχι» στη ΝΔ, δεν ανοίγει δρόμο συνεργασίας με τον Τσίπρα και ταυτόχρονα βρίσκεται δημοσκοπικά στην τρίτη θέση. Φυσικά δικαιούται να διεκδικεί την πρωτιά. Το ερώτημα, όμως, είναι τι θα κάνει εάν η κάλπη δεν του τη δώσει.
Γιατί η πολιτική αλλαγή δεν είναι μόνο σύνθημα. Είναι και αριθμητική.
Αν δεν υπάρξει αυτοδυναμία, θα χρειαστούν έδρες, διερευνητικές εντολές και κυρίως προγραμματικές συγκλίσεις. Εκεί δεν αρκούν οι αποκλεισμοί.
Ο Μητσοτάκης έχει κάθε δικαίωμα να επιδιώκει την αυτοδυναμία. Δεν μπορεί όμως να θεωρεί δεδομένο ότι θα την εξασφαλίσει. Ο Ανδρουλάκης έχει κάθε δικαίωμα να διεκδικεί την πρωτιά και να υπερασπίζεται την αυτονομία του ΠΑΣΟΚ. Δεν μπορεί όμως να αγνοεί τους συσχετισμούς που θα προκύψουν από την κάλπη.
Ο Τσίπρας, από την πλευρά του, επιχειρεί να εμφανιστεί ως ο μόνος από τους τρεις που προετοιμάζει από τώρα το έδαφος για το ενδεχόμενο μιας μη αυτοδύναμης Βουλής.
Και αυτό είναι το πραγματικό πολιτικό στοίχημα.
Όχι ποιος θα φωνάξει περισσότερο για την αυτοδυναμία. Αλλά ποιος έχει σχέδιο για την επόμενη ημέρα αν η αυτοδυναμία δεν υπάρξει.
Γιατί τότε δεν θα μετρήσουν οι επιθυμίες των αρχηγών. Θα μετρήσει η αριθμητική της κάλπης.
Και αν το αποτέλεσμα είναι «αυτοδυναμία-γιοκ», οι συνεργασίες δεν θα είναι θεωρητική συζήτηση. Θα είναι πολιτική υποχρέωση.
Εκεί θα φανεί ποιος είναι πραγματικά έτοιμος να διαχειριστεί την εντολή του ελληνικού λαού.






