Ρεύμα: Το ακριβό τίμημα των εξαγωγών με φυσικό αέριο- Πώς φουσκώνουν τη χονδρική

Ρεύμα: Το ακριβό τίμημα των εξαγωγών με φυσικό αέριο- Πώς φουσκώνουν τη χονδρική
Παρασκευή, 11/09/2026 - 08:08

Το ακριβό τίμημα που πληρώνει η εγχώρια αγορά ηλεκτρισμού από τις εξαγωγές ρεύματος όταν αυτές στηρίζονται στο φυσικό αέριο αναδεικνύει νέα ανάλυση του Green Tank.

Σύμφωνα με τις προσομοιώσεις, εάν η ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται από αέριο για εξαγωγές είχε υποκατασταθεί από πρόσθετη παραγωγή ΑΠΕ, το όφελος για τους Έλληνες καταναλωτές θα ξεπερνούσε το 1 δισ. ευρώ, με παράλληλη διατήρηση του εμπορικού ισοζυγίου σε ισχυρά θετικό έδαφος. Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι το πρόβλημα δεν βρίσκεται στις εξαγωγές αυτές καθαυτές, οι οποίες έχουν γυρίσει σε θετικό έδαφος το εμπορικό ισοζύγιο ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας, αλλά στο καύσιμο που χρησιμοποιείται για την παραγωγή τους.

Η Ελλάδα έγινε καθαρός εξαγωγέας ηλεκτρικής ενέργειας το 2024, πολύ νωρίτερα από ό,τι προέβλεπε το ΕΣΕΚ. Έκτοτε η μεταστροφή ήταν εντυπωσιακή. Οι καθαρές εξαγωγές δεκαπλασιάστηκαν μεταξύ 2024 και 2025, ενώ μόνο στο πρώτο εξάμηνο του 2026 ήταν κατά 74% υψηλότερες από το σύνολο του 2025. Η εξέλιξη αυτή είχε σαφές οικονομικό όφελος. Από τις αρχές του 2024 έως τα μέσα του 2026, το εμπορικό ισοζύγιο ηλεκτρικής ενέργειας έφτασε σωρευτικά τα 821,2 εκατ. ευρώ, δημιουργώντας σημαντικά έσοδα για τους παραγωγούς. Η άλλη πλευρά της εικόνας, όμως, βρίσκεται στο μείγμα με το οποίο παράγεται το ρεύμα που εξάγεται.

Παρά την αντίληψη ότι η εξαγωγική επίδοση της χώρας τροφοδοτείται κυρίως από τις ΑΠΕ, το φυσικό αέριο έχει σημαντική συμμετοχή. Τις ώρες κατά τις οποίες η Ελλάδα ήταν καθαρά εξαγωγική, το μέσο μερίδιο του αερίου στο μείγμα ηλεκτροπαραγωγής έφτασε το 35,8% την περίοδο Ιανουαρίου 2024-Ιουλίου 2026.

Και εδώ βρίσκεται, σύμφωνα με την ανάλυση του Green Tank, το κόστος για την ελληνική αγορά. Η πρόσθετη λειτουργία των μονάδων φυσικού αερίου προκειμένου να καλύψουν εξαγωγές προς τις γειτονικές χώρες πιέζει προς τα πάνω την τιμή στην Αγορά Επόμενης Ημέρας. Με δεδομένη τη στενή σύνδεση χονδρικής και λιανικής, η επιβάρυνση αυτή καταλήγει στους Έλληνες καταναλωτές.

Με τη χρήση μοντέλου μηχανικής μάθησης, το Green Tank εκτιμά ότι χωρίς την πρόσθετη παραγωγή αερίου για εξαγωγές, η μέση DAM την περίοδο των 31 μηνών που εξετάζεται θα ήταν χαμηλότερη κατά 6,23 ευρώ/MWh ή 6,23%. Μόνο στους πρώτους επτά μήνες του 2026, αντί για 94,9 ευρώ/MWh, η μέση τιμή θα μπορούσε να είχε διαμορφωθεί στα 87,6 ευρώ/MWh.

Η διαφορά μεταφράζεται σε σημαντικό κόστος. Για την περίοδο Ιανουαρίου 2024-Ιουνίου 2026, η εκτιμώμενη επιβάρυνση των καταναλωτών φτάνει τα 889,4 εκατ. ευρώ, ξεπερνώντας το όφελος των 821,2 εκατ. ευρώ από το θετικό εμπορικό ισοζύγιο.

Η εικόνα αλλάζει πλήρως εάν οι εξαγωγές διατηρηθούν, αλλά το φυσικό αέριο αντικατασταθεί από πρόσθετη παραγωγή ΑΠΕ. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα των προσομοιώσεων αν, αντί για πρόσθετη ηλεκτροπαραγωγή από ορυκτό αέριο, οι εξαγωγές καλύπτονταν από επιπλέον παραγωγή ΑΠΕ, οι καταναλωτές στην Ελλάδα θα ωφελούνταν με €1.065 δισεκ. για ολόκληρη την περίοδο των 31 μηνών (Ιανουάριος 2024-Ιούλιος 2026). Η DAM θα ήταν κατά μέσο όρο χαμηλότερη κατά 7,24 ευρώ/MWh ενώ επιπλέον, το εμπορικό ισοζύγιο θα ήταν ισχυρά θετικό με σωρευτικά οφέλη 605.4 εκατ. ευρώ έως τον Ιούνιο 2026.

Με βάση τα αποτελέσματα του συγκεκριμένου σεναρίου σε σχέση με τα όσα έγιναν στην πραγματικότητα (βασικό σενάριο), ναι μεν οι παραγωγοί ενέργειας αποκομίζουν λιγότερα έσοδα (κατά 215.7 εκατ. ευρώ) από τις εξαγωγές των ίδιων ποσοτήτων ενέργειας λόγω σημαντικά μειωμένης DAM, αλλά τα οικονομικά οφέλη για τους καταναλωτές της Ελλάδας είναι πολύ αυξημένα. Συνεπώς, συνολικά η υλοποίηση αυτού του σεναρίου θα οδηγούσε σε σημαντική ελάφρυνση των λογαριασμών ηλεκτρικής ενέργειας και ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της εθνικής οικονομίας, καταλήγει η ανάλυση.