Υπάρχει όμως ένα μικρό πρόβλημα με όλη αυτή την άσκηση: οι πολίτες δεν ζουν μέσα στους πίνακες του Σκέρτσου. Ζουν στην Ελλάδα του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Και αυτή η Ελλάδα είναι πολύ πιο σκληρή από την Ελλάδα των κυβερνητικών αναρτήσεων.
Ο εργαζόμενος δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα αν η χώρα βρίσκεται στη 17η θέση ή αν ο καθαρός μέσος μισθός αυξήθηκε από το 2019. Ενδιαφέρεται αν στο τέλος του μήνα του περισσεύουν χρήματα. Ο συνταξιούχος δεν ενδιαφέρεται αν η κυβέρνηση κέρδισε μια θέση σε έναν ευρωπαϊκό πίνακα. Ενδιαφέρεται αν μπορεί να πληρώσει το σούπερ μάρκετ, το ρεύμα, τα φάρμακα και το ενοίκιο χωρίς να κάνει κάθε μήνα λογαριασμό επιβίωσης.
Αυτό ακριβώς προσπαθεί να αποφύγει η κυβέρνηση.
Αντί να απαντήσει στο απλό και αμείλικτο ερώτημα «γιατί τόσοι Έλληνες δυσκολεύονται να ζήσουν αξιοπρεπώς;», ο κ. Σκέρτσος επιχειρεί να κερδίσει τη συζήτηση στο γήπεδο των στατιστικών. Και ο πρωθυπουργός, αντί να κοιτάξει κατάματα την κοινωνική πραγματικότητα, έχει επιλέξει να παρουσιάζει κάθε θετικό οικονομικό δείκτη ως απόδειξη μιας μεγάλης κυβερνητικής επιτυχίας.
Μόνο που η ζωή δεν είναι PowerPoint.
Η Ελλάδα μπορεί πράγματι να έχει υψηλότερο καθαρό μέσο μισθό από τη Βουλγαρία. Αυτό όμως δεν απαντά στο κρίσιμο ερώτημα.
Γιατί το ζητούμενο δεν είναι να αποδείξει η κυβέρνηση ότι ο Έλληνας εργαζόμενος βρίσκεται σε καλύτερη θέση από τον Βούλγαρο. Το ζητούμενο είναι να μπορεί ο Έλληνας εργαζόμενος να ζει καλά στην Ελλάδα.
Και εδώ αρχίζουν τα δύσκολα.
Γιατί όταν οι μισθοί παραμένουν χαμηλοί σε σχέση με το κόστος ζωής, όταν τα ενοίκια έχουν γίνει δυσβάσταχτα, όταν τα τρόφιμα απορροφούν όλο και μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος και όταν η οικογένεια δυσκολεύεται να καλύψει τις βασικές της ανάγκες, το να της λες «μην ανησυχείς, είμαστε πάνω από τη Βουλγαρία» δεν είναι οικονομική πολιτική. Είναι επικοινωνιακή υπεκφυγή.
Και ακόμη περισσότερο: όταν μια κυβέρνηση βρίσκεται στην εξουσία τόσα χρόνια, δεν μπορεί να ζητά από την κοινωνία να πανηγυρίζει επειδή κάποιοι αριθμοί είναι –αν είναι- καλύτεροι από το 2019. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν αξιολογείται απέναντι στο παρελθόν της Ελλάδας. Αξιολογείται απέναντι στις ανάγκες των πολιτών σήμερα και απέναντι στις δυνατότητες που έχει μια ευρωπαϊκή χώρα σήμερα.
Ούτε μπορεί να ζητά από τους πολίτες να αισθάνονται ευημερία επειδή η Ελλάδα βρίσκεται στη 17η θέση. Η ίδια η κυβερνητική επιχειρηματολογία παραδέχεται ότι η χώρα εξακολουθεί να βρίσκεται κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Άρα ποιο ακριβώς είναι το επίτευγμα που πρέπει να πανηγυρίσει ο πολίτης;
Ότι δεν είμαστε η τελευταία χώρα; Ότι είμαστε λίγο καλύτερα από κάποιους άλλους; Ότι ο μισθός αυξήθηκε ονομαστικά, ενώ το κόστος ζωής έχει αυξηθεί επίσης και η καθημερινότητα εξακολουθεί να πιέζει ασφυκτικά τα νοικοκυριά;
Αυτή είναι η μεγάλη παγίδα της κυβερνητικής ρητορικής: προσπαθεί να μετατρέψει το «θα μπορούσαμε να είμαστε χειρότερα» σε «είμαστε καλά».
Δεν είναι το ίδιο.
Και ο κ. Μητσοτάκης θα έπρεπε να το γνωρίζει καλύτερα από όλους. Γιατί η κοινωνία δεν του ζητά να αποδείξει ότι η Ελλάδα δεν είναι Βουλγαρία. Του ζητά να κάνει την Ελλάδα μια χώρα στην οποία ένας εργαζόμενος μπορεί να ζει αξιοπρεπώς από τον μισθό του και ένας συνταξιούχος από τη σύνταξή του.
Αυτό είναι το πραγματικό στοίχημα.
Και μέχρι να συμβεί, όσες φορές κι αν ο Σκέρτσος αλλάξει δείκτη, όσες συγκρίσεις κι αν κάνει με τα Βαλκάνια και όσες κυβερνητικές αναρτήσεις κι αν δημοσιευθούν, η πραγματικότητα θα παραμένει πεισματικά ίδια: η Ελλάδα έχει φτώχεια, ακρίβεια και εισοδήματα που δεν επαρκούν για ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας.
ΥΓ: Επειδή ο κ. Σκέρτσος επικαλείται τόσο πρόθυμα την Eurostat, ας δούμε και την άλλη πλευρά των στοιχείων της. Το 2025 η Ελλάδα ήταν δεύτερη από το τέλος στην ΕΕ στον κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, με το 27,5% του πληθυσμού, όταν ο μέσος όρος της ΕΕ ήταν 20,9%. Μόνο η Βουλγαρία βρισκόταν σε χειρότερη θέση, με 29%. Και υπάρχει κάτι ακόμη πιο αποκαλυπτικό: σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για το 2025, Ελλάδα και Βουλγαρία είχαν το χαμηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην ΕΕ σε όρους αγοραστικής δύναμης, μόλις στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Αυτή είναι η Eurostat που ο κ. Σκέρτσος δεν έβαλε στην ανάρτησή του. Γιατί μπορεί η κυβέρνηση να πανηγυρίζει ότι ο Έλληνας παίρνει περισσότερα από τον Βούλγαρο, αλλά όταν μιλάμε για συνολική οικονομική ευημερία, οι δύο χώρες βρίσκονται μαζί στον πάτο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αν λοιπόν θέλει πραγματικά να μιλά για «πραγματικά δεδομένα», ας τα παρουσιάσει όλα. Όχι μόνο εκείνα που βολεύουν την κυβερνητική αφήγηση.
