Στο νέο προσωρινό πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων για την κρίση στη Μέση Ανατολή (METSAF), η χορήγηση ενισχύσεων δεν συνδέεται πλέον υποχρεωτικά με πρόσθετες δεσμεύσεις για επενδύσεις απανθρακοποίησης, όπως νέα έργα ΑΠΕ, εξέλιξη που αναμένεται να αξιοποιηθεί από τη βιομηχανία σε μια περίοδο αυξημένων πιέσεων στο ενεργειακό κόστος.
Παράλληλα, το METSAF αυξάνει σημαντικά το ύψος της επιδότησης για το κόστος ενέργειας, καλύπτοντας έως και το 70% των επιπλέον δαπανών που προκύπτουν από την άνοδο των τιμών, έναντι 50% που ίσχυε στο προηγούμενο πλαίσιο (CISAF). Η ενίσχυση αυτή μπορεί να εφαρμοστεί σε έως και το 50% της επιλέξιμης κατανάλωσης, ενισχύοντας ουσιαστικά την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.
Οι ρυθμίσεις αυτές αξιολογούνται ως ιδιαίτερα ευνοϊκές για την ελληνική ενεργοβόρο βιομηχανία, η οποία αναζητά τρόπους να περιορίσει το ενεργειακό της κόστος χωρίς να επιβαρυνθεί με πρόσθετες υποχρεώσεις επενδύσεων σε ΑΠΕ. Η κατάργηση της σχετικής προϋπόθεσης θεωρείται κρίσιμη, ειδικά σε μια συγκυρία όπου η συζήτηση για μέτρα στήριξης της βιομηχανίας βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη.
Το νέο πλαίσιο, που εγκρίθηκε μετά και τις σχετικές διεργασίες στο πρόσφατο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, δεν περιορίζεται μόνο στη βιομηχανία, αλλά επεκτείνεται και σε άλλους κρίσιμους κλάδους, όπως η γεωργία, η αλιεία και οι μεταφορές. Η ισχύς του εκτείνεται έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο παράτασης, ανάλογα με την εξέλιξη της κρίσης και των οικονομικών συνθηκών.
Το METSAF αποτελεί ουσιαστικά προσαρμογή του πλαισίου κρατικών ενισχύσεων της Συμφωνίας Καθαρής Βιομηχανίας (CISAF), εισάγοντας μεγαλύτερη ευελιξία και υψηλότερα όρια ενίσχυσης για την αντιμετώπιση των αυξήσεων στις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας. Ειδικότερα, για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες που είναι επιλέξιμες βάσει των προσωρινών προγραμμάτων ελάφρυνσης τιμών του CISAF (άρθρο 4.5), δίνεται η δυνατότητα αύξησης της έντασης ενίσχυσης από 50% σε έως και 70% για το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας της επιλέξιμης κατανάλωσης. Η ενίσχυση μπορεί να καλύπτει έως και το 50% της συνολικής κατανάλωσης του δικαιούχου, χωρίς να απαιτείται πρόσθετη επιτάχυνση των επενδύσεων απανθρακοποίησης. Παράλληλα, επιτρέπεται η σώρευση με ενισχύσεις που χορηγούνται βάσει των κατευθυντήριων γραμμών του ΣΕΔΕ, έως το ήμισυ του ποσού που προβλέπεται από τα προγράμματα του CISAF.
Για τους τομείς της γεωργίας, της αλιείας και των μεταφορών, συμπεριλαμβανομένων των οδικών, σιδηροδρομικών, εσωτερικών πλωτών και ενδοενωσιακών θαλάσσιων μεταφορών μικρών αποστάσεων, τα κράτη μέλη μπορούν να καλύπτουν έως και το 70% των πρόσθετων δαπανών που συνδέονται με την αύξηση των τιμών καυσίμων και λιπασμάτων. Ο υπολογισμός βασίζεται στη διαφορά μεταξύ τρεχουσών τιμών και ιστορικών τιμών αναφοράς, σε συνδυασμό με την πρόσφατη κατανάλωση κάθε δικαιούχου.
Παράλληλα, δίνεται η δυνατότητα στα κράτη μέλη να καθορίζουν τα ποσά των ενισχύσεων με πιο απλοποιημένα κριτήρια, όπως το μέγεθος και το είδος δραστηριότητας, χωρίς να απαιτείται πλήρης τεκμηρίωση της πραγματικής κατανάλωσης. Στην περίπτωση αυτή, το ανώτατο ποσό ενίσχυσης ανά δικαιούχο φθάνει τα 50.000 ευρώ.
Τα μέτρα που θα υλοποιούνται στο πλαίσιο του METSAF θα πρέπει να κοινοποιούνται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία δεσμεύεται να τα εγκρίνει με ταχείες διαδικασίες. Επιπλέον, η Επιτροπή αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο εξέτασης πρόσθετων παρεμβάσεων, όπως προσωρινές επιδοτήσεις στο κόστος καυσίμων για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από φυσικό αέριο, με στόχο τη συνολική αποκλιμάκωση των τιμών. Υπενθυμίζεται ότι σε διαφορετική κατεύθυνση κινείται το πρόσφατο σχήμα στήριξης της γερμανικής ενεργοβόρου βιομηχανίας, που εγκρίθηκε στο πλαίσιο του CISAF. Το πρόγραμμα, ύψους 3,8 δισ. ευρώ, προβλέπει μείωση κατά 50% της μέσης ετήσιας χονδρικής τιμής ηλεκτρικής ενέργειας για το 50% της κατανάλωσης κάθε επιχείρησης για την περίοδο 2026–2028, με κατώτατο όριο τα 50 ευρώ/MWh. Σε αντίθεση με το METSAF, το γερμανικό μοντέλο συνδέει άμεσα την ενίσχυση με επενδυτικές υποχρεώσεις, καθώς οι επιχειρήσεις καλούνται να κατευθύνουν τουλάχιστον το 50% της στήριξης σε δράσεις που μειώνουν το ενεργειακό αποτύπωμα, όπως έργα ΑΠΕ, συμβάσεις PPA, επενδύσεις ενεργειακής αποδοτικότητας, αποθήκευση ενέργειας και ηλεκτροποίηση παραγωγικών διαδικασιών. Το πρόγραμμα χρηματοδοτείται από το Ταμείο Κλίματος και Μετασχηματισμού της χώρας.






