Παρουσιάζοντας τα αποτελέσματα του 2025 στους αναλυτές, ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του ομίλου Γιώργος Στάσσης έθεσε το πλαίσιο λέγοντας ότι «κανείς δεν μπορεί να εκτιμήσει το πώς και το πότε θα λήξει ο πόλεμος», ωστόσο ξεκαθάρισε ότι η ΔΕΗ διαθέτει πλέον την εμπειρία και τα εργαλεία για να διαχειριστεί μια νέα αναταραχή.
Το βασικό επιχείρημα της διοίκησης είναι ότι το ενεργειακό σύστημα σήμερα δεν βρίσκεται υπό πίεση επάρκειας, όπως συνέβαινε το 2022. Οι τιμές του φυσικού αερίου κινούνται αυτή τη στιγμή στα 60–70 ευρώ/MWh, όταν στην κορύφωση της κρίσης είχαν εκτιναχθεί ακόμη και πάνω από τα 300–350 ευρώ/MWh. Η απόσταση αυτή λειτουργεί ως βασικό «μαξιλάρι» ασφαλείας, καθώς ακόμη και σε περίπτωση νέας ανόδου, το σημείο εκκίνησης είναι σαφώς χαμηλότερο. Παράλληλα, όπως υπογράμμισε ο κ. Στάσσης, το όριο ενεργοποίησης ευρωπαϊκών παρεμβάσεων, όπως ο μηχανισμός ανάκτησης υπερεσόδων, βρίσκεται στα 180 ευρώ/MWh, επίπεδο από το οποίο η αγορά απέχει σημαντικά.
Κρίσιμος παράγοντας είναι και η εμπειρία της εταιρείας στη διαχείριση κινδύνου. Η ΔΕΗ έχει πλέον αναπτύξει ισχυρές πρακτικές hedging, γεγονός που της επιτρέπει να απορροφά διακυμάνσεις των τιμών και να περιορίζει την έκθεσή της σε ακραία σενάρια. Η διοίκηση δίνει ιδιαίτερη έμφαση και στη δομή του πελατολογίου. Ένα σημαντικό μέρος των καταναλωτών βρίσκεται σε σταθερά μπλε τιμολόγια, γεγονός που λειτουργεί ως ανάχωμα απέναντι στις διακυμάνσεις της χονδρεμπορικής αγοράς. Την ίδια στιγμή, ακόμη και σε περίπτωση ανόδου των τιμών και ενεργοποίησης μηχανισμών παρέμβασης, η επίπτωση στα οικονομικά της εταιρείας εκτιμάται ως περιορισμένη, λόγω του συνδυασμού ρυθμιζόμενων εργαλείων και διαφοροποιημένου χαρτοφυλακίου παραγωγής.
Καθοριστικό ρόλο στην ανθεκτικότητα της ΔΕΗ παίζει η ταχεία ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Η εγκατεστημένη ισχύς σε ΑΠΕ έφτασε τα 7,2 GW στο τέλος του 2025, από 5,5 GW το 2024, καλύπτοντας πλέον το 58% της συνολικής ισχύος του ομίλου. Στη μεγάλη αυτή αύξηση συνέβαλε και η σημαντική πρόοδος που καταγράφηκε το τέταρτο τρίμηνο 2025 με την ολοκλήρωση έργων συνολικής ισχύος 0,55 GW στην Ελλάδα και 0,27 GW σε Ρουμανία, Βουλγαρία και Ιταλία. Μόνο στο τέταρτο τρίμηνο προστέθηκαν 0,55 GW στην Ελλάδα και 0,27 GW σε αγορές του εξωτερικού. Η παραγωγή από ΑΠΕ αυξήθηκε κατά 12% και διαμορφώθηκε στις 6,9 TWh, αντιπροσωπεύοντας το 33% της συνολικής παραγωγής, με σημαντική ενίσχυση από αιολικά (+39%) και φωτοβολταϊκά (+13%). Παράλληλα, έργα συνολικής ισχύος 3,7 GW βρίσκονται σε ώριμο στάδιο ανάπτυξης, ενώ η εταιρεία έκανε και τα πρώτα βήματα στην αποθήκευση ενέργειας με έργα BESS 50 MW στην Ελλάδα και 9 MW στη Ρουμανία. Η αυξημένη συμμετοχή των ΑΠΕ μειώνει την εξάρτηση από το φυσικό αέριο, περιορίζοντας την έκθεση της ΔΕΗ σε διεθνείς κρίσεις και διακυμάνσεις τιμών.
Ένας ακόμη παράγοντας που καθησυχάζει τη διοίκηση είναι η συγκυρία της αγοράς. Η τρέχουσα κρίση εκδηλώνεται σε περίοδο χαμηλότερης ζήτησης και αυξημένης παραγωγής από ΑΠΕ, δίνοντας περιθώριο διαχείρισης μέχρι την καλοκαιρινή αιχμή κατανάλωσης. Την ίδια στιγμή, οι επικείμενες αλλαγές στο ευρωπαϊκό σύστημα εμπορίας ρύπων (ETS), που αναμένονται τον Ιούνιο, εκτιμάται ότι θα συμβάλουν στην εξομάλυνση της ενεργειακής αγοράς και θα στηρίξουν τη μετάβαση σε χαμηλότερο κόστος. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ΔΕΗ θέτει φιλόδοξους στόχους για το 2026, επιβεβαιώνοντας την αισιοδοξία της διοίκησης, για προσαρμοσμένο EBITDA στα 2,4 δισ. ευρώ, καθαρά κέρδη άνω των 700 εκατ. ευρώ, συνεχή ενίσχυση χαρτοφυλακίου ΑΠΕ και αποθήκευσης. Όπως τόνισε ο κ. Στάσσης, ακόμη και σε ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας, ο όμιλος διαθέτει πλέον διαφοροποιημένο ενεργειακό μείγμα, ισχυρή χρηματοοικονομική βάση και εμπειρία διαχείρισης κρίσεων.




