Η διατύπωση ακούγεται αυστηρή. Μόνο που υπάρχει ένα ενοχλητικό προηγούμενο: όταν ο αρχηγός που βρισκόταν αντιμέτωπος με την εκλογική αποτυχία δεν ήταν ο Κυριάκος, αλλά ο Αντώνης Σαμαράς, η ίδια δεν αναζητούσε ποσοστιαία όρια και ασφαλιστικές δικλίδες για την παραμονή του. Ζητούσε να φύγει.
Τον Μάρτιο του 2015, μετά τις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου, η Μπακογιάννη είχε ζητήσει την αποχώρηση του Σαμαρά από την ηγεσία της ΝΔ. «Δεν είναι τυχαίο ότι όλοι οι αρχηγοί της παράταξης μετά από ήττες παραιτούντο», είχε δηλώσει, υποστηρίζοντας ότι οι προηγούμενοι αρχηγοί κατανοούσαν πως η προσπάθεια δικαίωσης του έργου τους μπορούσε να υπονομεύσει την επόμενη ημέρα της παράταξης.
Η ΝΔ είχε συγκεντρώσει τότε 27,81% και είχε χάσει την κυβέρνηση. Αυτό ήταν το εκλογικό αποτέλεσμα με το οποίο η Μπακογιάννη ζητούσε να ανοίξει η συζήτηση για την αποχώρηση του αρχηγού. Δεν επικαλούνταν κάποιο κατώφλι κάτω από το οποίο θα έπρεπε να αναλάβει ευθύνες. Επικαλούνταν την ανάγκη να μην κρατά ο αρχηγός το κόμμα όμηρο της προσωπικής του πολιτικής επιβίωσης.
Σήμερα, όταν το ζήτημα αφορά τον αδελφό της, η λογική αντιστρέφεται. Το κρίσιμο δεν είναι αν η ΝΔ θα υποστεί εκλογική κατάρρευση, αν θα χάσει τη δυνατότητα διακυβέρνησης ή αν θα βρεθεί χωρίς συμμάχους για τον σχηματισμό κυβέρνησης με τον Μητσοτάκη στην πρωθυπουργία. Το κρίσιμο είναι αν θα περάσει το 25%.
Έτσι, ακόμη κι αν η ΝΔ περιοριστεί στο 26%, στο 27% ή στο 28%, παραμείνει πρώτο κόμμα αλλά δεν μπορέσει να σχηματίσει κυβέρνηση, ο Μητσοτάκης θα μπορεί να επικαλεστεί ότι δεν παραβίασε το όριο που ο ίδιος έθεσε. Η κυβερνητική εξουσία μπορεί να χαθεί, η πολιτική απομόνωση να είναι δεδομένη, αλλά η παραμονή στην κομματική ηγεσία να εμφανιστεί ως δικαιολογημένη. Το 25% δεν είναι, λοιπόν, εγγύηση πολιτικής επιτυχίας. Είναι ένας μηχανισμός διάσωσης του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η αντίφαση που η Ντόρα Μπακογιάννη οφείλει να εξηγήσει. Γιατί το 27,81% του Σαμαρά ήταν αρκετό για να ζητήσει την αποχώρησή του, ενώ ένα παρόμοιο ποσοστό για τον Κυριάκο μπορεί να θεωρηθεί επαρκές για να παραμείνει; Γιατί το 2015 προείχε η επόμενη ημέρα της παράταξης, ενώ σήμερα φαίνεται να προέχει η διατήρηση ενός συγκεκριμένου αρχηγού στην καρέκλα του;
Η επίκληση της ανάληψης ευθυνών χάνει την αξία της όταν συνοδεύεται από έναν αριθμητικό πήχη που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως άλλοθι. Με 24,9% ανοίγει ζήτημα αποχώρησης. Με 25,1% μπορεί να αρχίσει η επιχείρηση πολιτικής διάσωσης, ακόμη κι αν η ΝΔ δεν έχει τρόπο να κυβερνήσει. Δύο δέκατα της μονάδας αρκούν, σε αυτό το σενάριο, για να βαφτιστεί η εκλογική κατάρρευση διαχειρίσιμη κρίση.
Η νέα θεωρία είναι βολική: ο αρχηγός πρέπει να αποχωρεί όταν το απαιτεί η παράδοση, η επόμενη ημέρα και το συμφέρον της παράταξης — εκτός αν είναι ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Τότε υπάρχει το 25%, ένα προσωπικό πολιτικό όριο που μπορεί να μετατρέψει την πολιτική αποτυχία σε επιχείρημα παραμονής.
Και κάπως έτσι φτάνουμε στο βραβείο της «επιτυχημένης κατάρρευσης»: να μην μπορείς να σχηματίσεις κυβέρνηση, να μην βρίσκεις εταίρους πρόθυμους να κυβερνήσουν μαζί σου και παρ’ όλα αυτά να διεκδικείς την παραμονή σου επειδή πέρασες τη βάση που έβαλες στον εαυτό σου. Η καρέκλα, βλέπετε, μπορεί να αποδειχθεί ανθεκτικότερη από την πολιτική νομιμοποίηση.
Το 2015 η Ντόρα Μπακογιάννη ζητούσε την αποχώρηση του Σαμαρά με 27,81%. Το 2026, για τον αδελφό της, το 25% εμφανίζεται ως όριο πολιτικής επιβίωσης. Τελικά, στη ΝΔ η αυστηρότητα απέναντι στους αρχηγούς φαίνεται πως έχει έναν αστερίσκο: ισχύει για όλους, εκτός από την «οικογένεια».






