Απέναντι σε μια παρατεταμένη και βαθιά πληθωριστική κρίση, η οποία διαβρώνει τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς και την παραγωγική βάση της χώρας, η κυβέρνηση επιμένει να απαντά με αποσπασματικά βοηθήματα, εφήμερες επιδοτήσεις και μέτρα περιορισμένης δραστικότητας.
Πρόκειται για μια στρατηγική που δεν επιχειρεί να θεραπεύσει τα αίτια του προβλήματος, αλλά να εξαγοράσει πολιτικό χρόνο, μοιράζοντας πρόσκαιρα «καταπραϋντικά» την ώρα που η πραγματική οικονομία βιώνει συνθήκες διαρκούς ασφυξίας.
Ο πυρήνας του προβλήματος παραμένει σταθερά συνδεδεμένος με την ανεξέλεγκτη ενεργειακή ακρίβεια, η οποία λειτουργεί ως ο βασικός επιταχυντής του πληθωριστικού σπιράλ.
Η άρνηση της κυβέρνησης να προχωρήσει σε δομικές θεσμικές τομές —όπως η επιβολή πραγματικού και αυστηρού πλαφόν στη χονδρεμπορική αγορά ενέργειας ή η δραστική αποσυμπίεση των ειδικών φόρων στα καύσιμα— αφήνει τους μηχανισμούς αισχροκέρδειας να λειτουργούν σχεδόν ανεμπόδιστα.
Οι όποιες παρεμβάσεις ανακοινώνονται στη λιανική τιμή δεν συνιστούν καταστολή της ακρίβειας, αλλά κρατική επιδότησή της. Το κράτος δηλαδή χρησιμοποιεί τους πόρους των ίδιων των φορολογουμένων για να καλύψει προσωρινά ένα μέρος των υπερβολικών τιμών, διατηρώντας ανέγγιχτα τα περιθώρια κέρδους των ισχυρών παικτών της αγοράς.
Αυτή η πολιτική επιλογή παράγει ακαριαίες και οριζόντιες επιπτώσεις στο σύνολο της οικονομίας. Η ενέργεια δεν αποτελεί μεμονωμένο καταναλωτικό αγαθό, αλλά πρωτογενές κόστος για κάθε στάδιο της παραγωγικής διαδικασίας. Όταν οι τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος και των καυσίμων παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, η επιβάρυνση διοχετεύεται αλυσιδωτά στη μεταφορά των πρώτων υλών, στη μεταποίηση, στη διανομή και τελικά στα ράφια των καταστημάτων. Η απουσία ουσιαστικής προστασίας σε κρίσιμες κατηγορίες, όπως η αμόλυβδη βενζίνη στην αντλία, αποδεικνύει την παντελή έλλειψη σχεδιασμού. Ο καταναλωτής καλείται να πληρώσει το αυξημένο κόστος όχι μόνο κατά τη μετακίνησή του, αλλά σε κάθε καθημερινή συναλλαγή, καθώς η ενεργειακή κρίση μετατρέπεται νομοτελειακά σε γενικευμένο κύμα ανατιμήσεων.
Την ίδια στιγμή, το κυβερνητικό αφήγημα περί παροδικότητας των φαινομένων και ταχείας αποκλιμάκωσης καταρρέει κάτω από το βάρος των επίσημων μακροοικονομικών δεδομένων.
Η χθεσινή έκθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου έρχεται να διαψεύσει κατηγορηματικά τους αισιόδοξους υπολογισμούς του οικονομικού επιτελείου. Το ΔΝΤ τοποθετεί τον πληθωρισμό στην Ελλάδα στο 4,2% για το 2026 και στο 3,6% για το 2027, την ώρα που το κυβερνητικό προσχέδιο του προϋπολογισμού έκανε λόγο για συγκράτηση στο 3,8% και 2,6% αντίστοιχα. Παράλληλα, η διεθνής εκτίμηση καθηλώνει την ανάπτυξη στο 1,8% και για τα δύο έτη, αποδομώντας την εικόνα μιας ισχυρής οικονομικής ανάκαμψης που θα απορροφούσε τις πιέσεις.
Η απόκλιση αυτή των δεικτών υπογραμμίζει μια αμείλικτη πραγματικότητα: ο πληθωρισμός έχει δομικά χαρακτηριστικά και η συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης δεν είναι μια προσωρινή αναταραχή, αλλά μια διαρκής απώλεια εισοδήματος. Όταν οι τιμές αυξάνονται με ρυθμό διπλάσιο ή τριπλάσιο από τις όποιες ονομαστικές αυξήσεις μισθών, το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα μειώνεται σταθερά. Σε αυτό το περιβάλλον, οι κυβερνητικές εξαγγελίες για ψευτοεπιδόματα ουσιαστικά ουδετεροποιούνται πριν καν φτάσουν στους δικαιούχους, καθώς η αύξηση του κόστους διαβίωσης τα έχει ήδη υπερκαλύψει.
Η μόνιμη επίκληση των διεθνών συγκυριών από το Μέγαρο Μαξίμου έχει πλέον εξαντλήσει την πειστικότητά της. Οι εξωτερικές πιέσεις αποτελούν δεδομένο για όλες τις ευρωπαϊκές οικονομίες, όμως ο τρόπο με τον οποίο κάθε κράτος επιλέγει να κατανείμει τα βάρη συνιστά αμιγώς πολιτική απόφαση. Η επιλογή να διατηρούνται υψηλοί οι έμμεσοι φόροι, που πλήττουν δυσανάλογα τα χαμηλότερα και μεσαία εισοδήματα, σε συνδυασμό με την άρνηση επιβολής αυστηρών ρυθμιστικών κανόνων στην αγορά, φανερώνει τις προτεραιότητες της σημερινής διακυβέρνησης.
Η πραγματική αξιολόγηση της οικονομικής πολιτικής δεν κρίνεται από τα εύσημα στα φίλια προς την κυβέρνηση μέσα ενημέρωσης ούτε στους θριαμβευτικούς τόνους των υπουργικών δηλώσεων. Αποτυπώνεται στην αδυναμία των νοικοκυριών να καλύψουν τις βασικές μηνιαίες υποχρεώσεις τους, στην οικονομική ασφυξία των μικρομεσαίων επιχειρήσεων που βλέπουν τα λειτουργικά τους έξοδα να εκτοξεύονται και στη διαρκή υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου της κοινωνικής πλειοψηφίας.
Όσο ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιμένει να αντιμετωπίζει μια βαθιά πληθωριστική κρίση με επικοινωνιακά τεχνάσματα και μέτρα «ασπιρίνες», τόσο περισσότερο θα διευρύνεται το χάσμα ανάμεσα στην κυβερνητική προπαγάνδα και τη σκληρή πραγματικότητα της αγοράς και της κοινωνίας.






