Η καταδίκη τους, όμως, δεν απαλλάσσει τις κυβερνήσεις από την ευθύνη να εξηγήσουν γιατί η κοινωνική δυσαρέσκεια διογκώνεται και γιατί μεγάλα τμήματα του πληθυσμού αισθάνονται ότι οι πολιτικές επιλογές δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες τους.
Στη Γαλλία, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι διαδήλωσαν τις προηγούμενες ημέρες κατά της ακρίβειας, των ελλείψεων στην εκπαίδευση και της υποβάθμισης των δημόσιων υπηρεσιών.
Στην Ιταλία, κινητοποιήσεις για το κόστος ζωής κατέληξαν σε συγκρούσεις στο Μιλάνο και σε άλλες πόλεις. Η βία εκδηλώθηκε στο περιθώριο μαζικών διαμαρτυριών, στις οποίες συμμετείχαν άνθρωποι με πραγματικά οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα.
Αυτή είναι η ουσία που οφείλει να απασχολεί και την Ελλάδα. Όχι επειδή οι τρεις χώρες έχουν ταυτόσημες πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες, αλλά επειδή αντιμετωπίζουν, σε διαφορετική ένταση, κοινά προβλήματα: ακρίβεια, ανεπαρκή αγοραστική δύναμη, δυσβάσταχτο κόστος κατοικίας και αυξανόμενη πίεση στις δημόσιες υπηρεσίες.
Στην Ελλάδα, μάλιστα, τα στοιχεία είναι ιδιαίτερα ανησυχητικά. Το 2025, το 27,5% του πληθυσμού βρισκόταν σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Παράλληλα, το 26,4% των κατοίκων επιβαρυνόταν με στεγαστικές δαπάνες που ξεπερνούσαν το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός του, έναντι 7,7% στην ΕΕ.
Για τον εργαζόμενο που δεν φτάνει ο μισθός του μέχρι το τέλος του μήνα, για τον συνταξιούχο που περιορίζει ακόμη και βασικές δαπάνες και για τον νέο που αδυνατεί να νοικιάσει ένα σπίτι, οι κυβερνητικές αναφορές στην ανάπτυξη και στη δημοσιονομική σταθερότητα δεν αρκούν. Το ερώτημα είναι ποιο αντίκρισμα έχει η οικονομική πρόοδος όταν δεν μεταφράζεται σε ουσιαστική βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αποκτούν ιδιαίτερη σημασία οι δηλώσεις του υπουργού Προστασίας του Πολίτη, Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, χθες 19 Οκτωβρίου. Ο υπουργός δήλωσε ότι δεν ανησυχεί πως θα εκδηλωθούν στην Ελλάδα φαινόμενα αντίστοιχης έκτασης με εκείνα της Γαλλίας και προειδοποίησε ότι η αντιμετώπιση τέτοιων συμπεριφορών θα είναι «πάρα πολύ αυστηρή».
Η αυστηρή αντιμετώπιση των βίαιων ενεργειών είναι θεμιτή. Εκείνο που προκαλεί προβληματισμό είναι ότι, στη δημόσια τοποθέτηση του υπουργού, το βάρος πέφτει στην αστυνομική αντιμετώπιση και στη διαβεβαίωση ότι η Ελλάδα δεν θα γνωρίσει ανάλογες εικόνες. Πού βρίσκεται, όμως, η αντίστοιχη έμφαση στις κοινωνικές αιτίες που μπορούν να τροφοδοτήσουν τη δυσαρέσκεια; Ποια συγκεκριμένα μέτρα προτείνονται για τους ανθρώπους που πιέζονται από την ακρίβεια, την κατοικία και τους χαμηλούς μισθούς;
Σε κάθε περίπτωση η απουσία επεισοδίων δεν σημαίνει απουσία προβλημάτων, όπως και η αποκατάσταση της τάξης δεν ισοδυναμεί με επίλυση των αιτιών που προκαλούν τις εντάσεις.
Εδώ ακριβώς συναντώνται η Γαλλία, η Ιταλία και η Ελλάδα. Στις δύο πρώτες χώρες, η δυσαρέσκεια εκδηλώθηκε με μαζικές κινητοποιήσεις, ορισμένες από τις οποίες αμαυρώθηκαν από βίαιες ενέργειες. Στην Ελλάδα, η κοινωνική πίεση αποτυπώνεται σε υψηλά ποσοστά φτώχειας και σε στεγαστικές δαπάνες που εξαντλούν τα εισοδήματα. Η πολιτική ευθύνη είναι κοινή: η αντιμετώπιση της κοινωνικής ανασφάλειας δεν μπορεί να αναβάλλεται μέχρι να μετατραπεί σε κρίση.
Το δικαίωμα στην ειρηνική διαδήλωση είναι αναφαίρετο και αποτελεί μία από τις μεγάλες κοινωνικές και ευρωπαϊκές κατακτήσεις. Δεν μπορεί να αμφισβητείται εξαιτίας των πράξεων μιας βίαιης μειοψηφίας, ούτε να αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα προς εξουδετέρωση. Ταυτόχρονα, κανένα δίκαιο αίτημα δεν δικαιολογεί καταστροφές και επιθέσεις.
Η ελληνική κυβέρνηση δεν αρκεί να διαβεβαιώνει ότι δεν θα επιτρέψει την επανάληψη εικόνων όπως εκείνες της Γαλλίας. Οφείλει να εξηγήσει πώς σκοπεύει να αντιμετωπίσει τις κοινωνικές συνθήκες που γεννούν δυσαρέσκεια και ανασφάλεια. Διαφορετικά, κινδυνεύει να συγχέει την απουσία βίαιων επεισοδίων με την απουσία κοινωνικού προβλήματος.
Η καταδίκη της βίας δεν σημαίνει αποδοχή της κοινωνικής αδικίας. Και η προστασία της δημόσιας τάξης δεν απαλλάσσει καμία κυβέρνηση από την ευθύνη να βελτιώσει τη ζωή των πολιτών.
Αυτό είναι το ουσιαστικό μάθημα από τη Γαλλία και την Ιταλία για την Αθήνα: η δημοκρατία χρειάζεται νόμους που εφαρμόζονται, δικαιώματα που προστατεύονται και πολιτικές που δίνουν πραγματικές απαντήσεις στην κοινωνία.
