Και τι κάνει η Ευρωπαϊκή Ένωση; Συγκροτεί ομάδα εργασίας για να εξετάσει αν μπορεί να επιβάλει έκτακτο φόρο στα υπερκέρδη των ενεργειακών εταιρειών! Όταν η κοινωνία πιέζεται ασφυκτικά, οι Βρυξέλλες εξακολουθούν να αναζητούν λύσεις μέσα από επιτροπές, νομικές γνωμοδοτήσεις και ατέρμονες διαβουλεύσεις. Ακόμη κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου.
Έξι χώρες —Γερμανία, Ισπανία, Πορτογαλία, Ιταλία, Πολωνία και Αυστρία— ζητούν κοινή ευρωπαϊκή παρέμβαση για την έκτακτη φορολόγηση των κερδών των πετρελαϊκών εταιρειών. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, αντίθετα, δεν ζητά την επιβολή έκτακτης φορολόγησης, με την Ελλάδα να απουσιάζει από τις χώρες που διεκδικούν αυτό το μέτρο, παρά το γεγονός ότι τα διυλιστήρια και αρκετοί ενεργειακοί όμιλοι έχουν αυξήσει την κερδοφορία τους σε επίπεδα ρεκόρ που αγγίζουν το 40% σε σχέση με πέρυσι.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αντί να αξιοποιήσει την εμπειρία του 2022, όταν θεσπίστηκε έκτακτη εισφορά και συγκεντρώθηκαν σχεδόν 29 δισ. ευρώ, εμφανίζεται να ξεκινά και πάλι από την αρχή. Οι νομικές προσφυγές εταιρειών δεν αναιρούν την ανάγκη παρέμβασης. Επιβάλλουν καλύτερο σχεδιασμό και πολιτική βούληση. Το ερώτημα είναι γιατί, κάθε φορά που οι ενεργειακές αναταράξεις φέρνουν τεράστια βάρη στους πολίτες, η Ευρώπη εμφανίζεται απροετοίμαστη, σαν να μην έχει προηγηθεί ποτέ ανάλογη κρίση.
Στην Ελλάδα, το ζήτημα είναι ακόμη πιο συγκεκριμένο. Τα κέρδη των ελληνικών διυλιστηρίων έχουν φέτος εκτιναχθεί κατά περίπου 40%. Την ώρα που οι καταναλωτές πληρώνουν ακριβά τη βενζίνη, το πετρέλαιο κίνησης και το πετρέλαιο θέρμανσης, οι ενεργειακοί όμιλοι καταγράφουν κερδοφορία, που κάποιοι αποκαλούν ληστρική. Το εύλογο ερώτημα είναι γιατί δεν καλούνται από την κυβέρνηση δια νόμου να συνεισφέρουν περισσότερο στην αντιμετώπιση της κρίσης, αντί το βάρος να μεταφέρεται στους καταναλωτές.
Και όχι μόνο αυτό. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει, επιπλέον, τη δυνατότητα να παρέμβει και στους φόρους των καυσίμων σε εθνικό επίπεδο. Ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης στην αμόλυβδη ανέρχεται σε 700 ευρώ ανά χίλια λίτρα, έναντι ευρωπαϊκού ελάχιστου ορίου 359 ευρώ. Στο πετρέλαιο κίνησης φτάνει τα 410 ευρώ, ενώ το αντίστοιχο ευρωπαϊκό ελάχιστο είναι 330 ευρώ. Παράλληλα, ο κανονικός συντελεστής ΦΠΑ είναι 24% , ο οποίος κάλλιστα και χωρίς κανένα κόλλημα από την ΕΕ μπορεί να μειωθεί . Υπάρχουν, επομένως, περιθώρια φορολογικών παρεμβάσεων εντός του ευρωπαϊκού πλαισίου, με το ανάλογο δημοσιονομικό κόστος, τα οποία η κυβέρνηση δεν αξιοποιεί στον βαθμό που θα μπορούσε.
Αντί για ουσιαστικές μειώσεις φόρων, η κυβέρνηση επιμένει σε επιδοτήσεις και προσωρινές ενισχύσεις. Αυτές μπορεί να προσφέρουν κάποια ανακούφιση, δεν αλλάζουν όμως τη φορολογική επιβάρυνση που ενσωματώνεται στην τιμή κάθε λίτρου. Και όταν οι υψηλές τιμές των καυσίμων αυξάνουν το κόστος μεταφοράς, οι επιπτώσεις περνούν σταδιακά σε ολόκληρη την αγορά, επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο τα νοικοκυριά.
Η ευθύνη, λοιπόν, δεν βρίσκεται μόνο στις Βρυξέλλες. Η Ευρωπαϊκή Ένωση καθυστερεί να αποφασίσει για τη φορολόγηση των έκτακτων κερδών, αλλά ο Κυριάκος Μητσοτάκης ούτε ζητά αυτή την έκτακτη φορολόγηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο ούτε αξιοποιεί πλήρως τα εθνικά περιθώρια για τη μείωση των φόρων στα καύσιμα. Την ίδια ώρα, οι ενεργειακοί όμιλοι καταγράφουν ισχυρά κέρδη και οι πολίτες συνεχίζουν να πληρώνουν ακριβά την καθημερινότητά τους.
Οι επιτροπές και οι διαβουλεύσεις δεν γεμίζουν τα ρεζερβουάρ ούτε μειώνουν τις τιμές στα πρατήρια. Χρειάζονται συγκεκριμένες αποφάσεις, έκτακτη φορολόγηση των πραγματικά έκτακτων κερδών και ουσιαστική ελάφρυνση των καταναλωτών. Όσο οι ευρωπαϊκές ηγεσίες καθυστερούν και ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν διεκδικεί την έκτακτη φορολόγηση των ενεργειακών κερδών, οι πολίτες συνεχίζουν να πληρώνουν τον λογαριασμό.
Και οι υπεύθυνοι στην Ευρώπη εξακολουθούν να κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου και στην Ελλάδα να σφυρίζουν αδιάφορα.






