Κάθε φορά που τα προβλήματα της καθημερινότητας πιέζουν ασφυκτικά την κοινωνία, η δημόσια συζήτηση από το Μέγαρο Μαξίμου μεταφέρεται σε έναν μακρινό χρονικό ορίζοντα. Σε μια Ελλάδα που θα είναι καλύτερη, πιο σύγχρονη, πιο λειτουργική.
Το ερώτημα όμως είναι γιατί ο πρωθυπουργός επιμένει τόσο πολύ στο 2030 και όχι στο σήμερα.
Η απάντηση ίσως βρίσκεται ακριβώς στα προβλήματα που αποφεύγει να αντιμετωπίσει. Η ακρίβεια παραμένει η μεγαλύτερη αγωνία των πολιτών. Τα ενοίκια έχουν μετατραπεί σε εφιάλτη για χιλιάδες νοικοκυριά. Οι μισθοί εξακολουθούν να υπολείπονται σημαντικά του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Το ΕΣΥ συνεχίζει να λειτουργεί υπό πίεση. Οι νέοι δυσκολεύονται να σχεδιάσουν τη ζωή τους στην Ελλάδα.
Απέναντι σε αυτά τα προβλήματα, η κυβέρνηση δεν παρουσιάζει άμεσα αποτελέσματα αλλά φροντίζει να καλλιεργεί μακροπρόθεσμες φρούδες ελπίδες.
Στην κυριακάτικη ανάρτησή του ο πρωθυπουργός αφιερώνει μεγάλο μέρος του κειμένου του στη συνταγματική αναθεώρηση και στην «Ελλάδα του 2030». Μιλά για αλλαγές που θα αποδώσουν σε βάθος χρόνου, για θεσμικές μεταρρυθμίσεις, για το μέλλον της χώρας. Όμως η κοινωνία δεν ζει σε βάθος χρόνου. Ζει την καθημερινότητα, όταν και πρέπει να πληρώσει λογαριασμούς, ενοίκιο και σούπερ μάρκετ.
Η διαρκής επίκληση του 2030 είναι καθαρά μια πολιτική επιλογή μετάθεσης των απαντήσεων στα καυτά ζητήματα της κοινωνίας. Σαν να ζητείται από τους πολίτες να κάνουν υπομονή για ακόμη πέντε χρόνια ώστε να δουν τα αποτελέσματα πολιτικών που εφαρμόζονται ήδη εδώ και σχεδόν επτά.
Η κυβέρνηση πανηγυρίζει για τους μακροοικονομικούς δείκτες και την έξοδο της χώρας από τη λίστα των μακροοικονομικών ανισορροπιών. Ωστόσο, οι πολίτες δεν ψηφίζουν με βάση τις εκθέσεις των ευρωπαϊκών θεσμών αλλά με βάση το πορτοφόλι τους. Και το χάσμα ανάμεσα στους κυβερνητικούς πανηγυρισμούς και στην πραγματική κατάσταση της συντριπτικής πλειοψηφίας των νοικοκυριών παραμένει μεγάλο.
Ακόμη και η αποστροφή του Κ. Μητσοτάκη για αναγνώριση της προσιτής στέγης ως συνταγματικής υποχρέωσης αποκαλύπτει το αδιέξοδο της κυβερνητικής πολιτικής. Διότι αν χρειάζεται να φτάσουμε σε συνταγματική αναθεώρηση για να λύσουμε το στεγατικό πρόβλημα, τότε τι γίνεται με όσους σήμερα αδυνατούν να βρουν σπίτι ή δαπανούν πάνω από τον μισό μισθό τους για ενοίκιο;
Το 2030 μπορεί να είναι ένας «ελκυστικός» πολιτικός προορισμός. Όμως η πολιτική κρίνεται από την ικανότητα διαχείρισης του παρόντος. Και όσο η κυβέρνηση αδυνατεί να δώσει πειστικές λύσεις στα μεγάλα προβλήματα του σήμερα, τόσο περισσότερο οι δεσμεύσεις της θα «θολώνουν» στα μάτια των πολιτών.
Γιατί τελικά το 2030 δεν είναι απλώς ένα χρονοδιάγραμμα. Είναι η παραδοχή ότι η κυβέρνηση προτιμά να μιλά για το μέλλον, επειδή το παρόν όπως αποδεικνύεται και από τις δημοσκοπήσεις δεν προσφέρεται για πολιτική εκμετάλλευση.
Και για εκατομμύρια πολίτες που παλεύουν καθημερινά με την ακρίβεια, τη στέγη και τη συρρίκνωση του εισοδήματός τους, το ερώτημα παραμένει: Ποιος μπορεί να περιμένει μέχρι το 2030;






