Γιάννης Τριήρης: Οι ακριβότερες αντλίες για τους φτωχότερους Ευρωπαίους

Γιάννης Τριήρης: Οι ακριβότερες αντλίες για τους φτωχότερους Ευρωπαίους
Πέμπτη, 23/07/2026 - 08:17

Υπάρχουν στιγμές που οι συγκρίσεις με την υπόλοιπη Ευρώπη είναι αποκαλυπτικές. Όχι γιατί όλες οι χώρες αντιμετωπίζουν τα ίδια προβλήματα, αλλά γιατί δείχνουν πώς διαφορετικές κυβερνήσεις επιλέγουν να προστατεύσουν – ή να επιβαρύνουν – τους πολίτες τους.

Η Ελλάδα παραμένει μία από τις ακριβότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη βενζίνη. Με μέση τιμή που αγγίζει τα 2 ευρώ το λίτρο, βρίσκεται στις πέντε ακριβότερες χώρες της Ε.Ε., την ώρα που χώρες με πολλαπλάσιο εισόδημα, όπως η Γερμανία και η Σουηδία, πωλούν φθηνότερα τα καύσιμα. Στην Ισπανία, ο οδηγός γεμίζει το ρεζερβουάρ με περίπου 30 λεπτά λιγότερα ανά λίτρο, ενώ στην Κύπρο και στη Βουλγαρία η διαφορά γίνεται ακόμη μεγαλύτερη.

Το παράδοξο είναι προφανές. Οι Έλληνες συγκαταλέγονται στους πιο χαμηλόμισθους Ευρωπαίους, αλλά πληρώνουν από τα ακριβότερα καύσιμα. Δηλαδή, εκείνοι που έχουν τη μικρότερη αγοραστική δύναμη καλούνται να σηκώσουν ένα από τα μεγαλύτερα φορολογικά βάρη στην αντλία.

Η κυβέρνηση επιμένει να παρουσιάζει αυτή την εικόνα ως αναπόφευκτη. Όμως δεν είναι. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, όταν η ενεργειακή κρίση και ο πληθωρισμός συμπίεσαν τα εισοδήματα, οι κυβερνήσεις επέλεξαν να μειώσουν ειδικούς φόρους, να περιορίσουν επιβαρύνσεις ή να απορροφήσουν μέρος του κόστους. Δεν εξαφάνισαν την ακρίβεια, αλλά αναγνώρισαν ότι το κράτος δεν μπορεί να λειτουργεί ως ο μεγαλύτερος κερδισμένος της κρίσης.

Στην Ελλάδα συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Η εκτίναξη των τιμών μετατράπηκε σε μηχανισμό αύξησης των κρατικών εσόδων μέσω του ΦΠΑ και των ειδικών φόρων κατανάλωσης. Όσο ακριβότερη γίνεται η βενζίνη, τόσο περισσότερα εισπράττει το Δημόσιο. Και αντί αυτά τα υπερέσοδα να επιστρέφουν στην κοινωνία με μόνιμες μειώσεις φόρων, η κυβέρνηση επιλέγει να τα ανακυκλώνει σε αποσπασματικές ενισχύσεις, επιδόματα και προεκλογικού χαρακτήρα παροχές.

Το επιχείρημα που ακούγεται διαρκώς είναι γνωστό: «Δεν υπάρχει δημοσιονομικός χώρος». Πρόκειται όμως περισσότερο για πολιτικό σύνθημα παρά για οικονομική αλήθεια. Ο δημοσιονομικός χώρος δεν εμφανίζεται ή εξαφανίζεται από μόνος του. Δημιουργείται από τις αποφάσεις μιας κυβέρνησης και αποτυπώνει τις προτεραιότητές της. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν υπάρχουν χρήματα. Είναι πού επιλέγει να τα διαθέσει η εκάστοτε εξουσία.

Χαρακτηριστικό είναι ότι στη Βρετανία, η νέα κυβέρνηση επέλεξε να ξεκινήσει τη θητεία της ανακοινώνοντας μέτρα ελάφρυνσης των νοικοκυριών: κατάργηση του ΦΠΑ στους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας, παρεμβάσεις στη στεγαστική κρίση και ανακατανομή δημόσιων πόρων, ακυρώνοντας άλλες δαπάνες που έκρινε λιγότερο αναγκαίες. Είτε συμφωνεί είτε διαφωνεί κανείς με αυτές τις επιλογές, υπάρχει μια σαφής πολιτική λογική: πρώτα η ανακούφιση της κοινωνίας.

Στην Ελλάδα, αντίθετα, η λέξη «προτεραιότητα» μοιάζει να έχει διαφορετικό περιεχόμενο. Η κυβέρνηση εμφανίζεται πρόθυμη να επικαλείται τη δημοσιονομική πειθαρχία όταν της ζητείται να μειώσει τους έμμεσους φόρους, αλλά ανακαλύπτει ξαφνικά διαθέσιμους πόρους όταν πλησιάζουν εκλογικές αναμετρήσεις ή όταν επιδιώκει να εξαγγείλει στοχευμένες παροχές.

Το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής είναι πλέον ορατό παντού. Η ακρίβεια δεν αποτελεί μια προσωρινή δυσκολία αλλά μια μόνιμη συνθήκη που διαβρώνει τα εισοδήματα. Οι μετακινήσεις, η θέρμανση, η καθημερινή κατανάλωση και η στέγαση γίνονται ολοένα ακριβότερες, ενώ οι πραγματικοί μισθοί αδυνατούν να ακολουθήσουν.

Η κυβέρνηση επιμένει να παρουσιάζει κάθε οικονομική δυσκολία ως προϊόν διεθνών εξελίξεων. Όμως όταν άλλες ευρωπαϊκές χώρες επιλέγουν να περιορίσουν τους φόρους στα καύσιμα ή να στηρίξουν ουσιαστικά τα νοικοκυριά, γίνεται φανερό ότι δεν πρόκειται μόνο για διεθνείς συνθήκες. Πρόκειται για διαφορετικές πολιτικές αποφάσεις.

Η ακρίβεια δεν είναι ένας νόμος της φύσης. Είναι το αποτέλεσμα συγκεκριμένων επιλογών. Και όταν μια κυβέρνηση επιμένει να διατηρεί τους πολίτες της ανάμεσα στους πιο επιβαρυμένους φορολογικά οδηγούς της Ευρώπης, παρά τα χαμηλά τους εισοδήματα, τότε δεν μπορεί να επικαλείται μόνο τις αγορές ή τις διεθνείς κρίσεις. Οφείλει να αναλάβει και το πολιτικό κόστος των δικών της αποφάσεων.