Το πρώτο και πιο ηχηρό ρήγμα στο αφήγημα του Μαξίμου αφορά την ανεργία. Μετά από μια περίοδο σχετικής αποκλιμάκωσης, το πρώτο τρίμηνο του 2026 καταγράφεται απότομη ανατροπή με την ανεργία εκτινάσσεται στο 10,6%, από 8,3% στο προηγούμενο τρίμηνο. Μέσα σε μόλις τρεις μήνες, περισσότεροι από 113.000 άνθρωποι προστίθενται στον αριθμό των ανέργων. Η χώρα επιστρέφει σε διψήφιο ποσοστό ανεργίας, επιβεβαιώνοντας ότι η αγορά εργασίας παραμένει εύθραυστη και ευάλωτη σε διακυμάνσεις και ότι η κυβέρνηση και σ΄ αυτόν τον τομέα αποτυγχάνει.
Ακόμη όμως και πριν από αυτή την επιδείνωση, η εικόνα της απασχόλησης δεν ήταν ενδεικτική πραγματικής σταθερότητας. Η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει από τα υψηλότερα ποσοστά μακροχρόνιας ανεργίας στην Ευρώπη, ενώ πάνω από το 50% των ανέργων παραμένει εκτός εργασίας για μεγάλο χρονικό διάστημα. Παράλληλα, η χαμηλή συνολική συμμετοχή στην αγορά εργασίας και το ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό αυτοαπασχόλησης δεν συνθέτουν εικόνα «υγιούς απασχόλησης», αλλά μιας αγοράς με έντονα στοιχεία επισφάλειας και ασταθούς εισοδήματος.
Στο πεδίο της φτώχειας και της οικονομικής ανασφάλειας, η εικόνα είναι εξίσου αποκαλυπτική. Σύμφωνα με έρευνα του ΙΟΒΕ του ΣΕΒ, περίπου 68% των νοικοκυριών δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να καλύψουν τις βασικές τους ανάγκες, ποσοστό που παραμένει εξαιρετικά υψηλό σε ευρωπαϊκή σύγκριση.
Στην υγεία, οι ανισότητες είναι ακόμη πιο άμεσες και μετρήσιμες. Η Ελλάδα παραμένει στις χώρες με τη μεγαλύτερη εξάρτηση από ιδιωτικές δαπάνες υγείας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, κάτι αναμενόμενο αφού η δημόσια υγεία έχει διαλυθεί. Μάλιστα, αυτό έχει άμεσες συνέπειες, καθώς τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα αναγκάζονται να περιορίζουν ή να καθυστερούν την πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας. Το 32% των πολιτών στο χαμηλότερο εισοδηματικό τεταρτημόριο δηλώνει ανεκπλήρωτες ανάγκες υγείας, έναντι μόλις 10% στο υψηλότερο. Η ανισότητα εδώ δεν είναι στατιστική, είναι ανισότητα στην πρόσβαση σε πρόληψη, διάγνωση και θεραπεία, είναι με απλά λόγια αυτό που λέει και ο θυμόσοφος λαός, πως αν δεν έχει χρήμα πεθαίνεις.
Η ίδια εικόνα αναπαράγεται και στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση που εξακολουθεί να καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο της οικογένειας. Μόλις ένα μικρό ποσοστό παιδιών από χαμηλά οικονομικά στρώματα καταφέρνει να φτάσει στα υψηλότερα επίπεδα εκπαίδευσης. Άλλο ένα «κατόρθωμα» της κυβέρνησης Μητσοτάκη, με το πρόβλημα να επιδεινώνεται με την πλήρη εμπορευματοποίηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης μέσω ιδιωτικών πανεπιστημίων.
Και οι δείκτες πλέον και οι έρευνες δείχνουν ότι πρόκειται για μια κοινωνία όπου οι βασικές ευκαιρίες και υπηρεσίες δεν κατανέμονται ισότιμα και όπου η οικονομική ασφάλεια παραμένει εύθραυστη για μεγάλο μέρος του πληθυσμού.
Η πραγματική εικόνα δεν είναι αυτή μιας ομαλής κοινωνικής βελτίωσης, αλλά ενός μοντέλου όπου η οικονομική πίεση μεταφέρεται στα νοικοκυριά, ενώ οι βασικές ανισότητες στην πρόσβαση σε εργασία, υγεία και εκπαίδευση παραμένουν ενεργές και σε πολλές περιπτώσεις οξυνόμενες.
Σε κάθε περίπτωση, αυτό που πρέπει να κατανοήσει η κυβέρνηση Μητσοτάκη, είναι ότι για να επιβιώσει η κοινωνία πρωτίστως πρέπει να ευημερούν οι άνθρωποι.






