Το νέο Δελτίο Εξελίξεων στη Βιομηχανία του ΙΟΒΕ αποτυπώνει μια εικόνα που απέχει πολύ από το κυβερνητικό αφήγημα της «μεγάλης οικονομικής μεταμόρφωσης». Οι δείκτες μπορεί να παρουσιάζουν επιμέρους βελτιώσεις, όμως οι αδυναμίες παραμένουν: χαμηλή παραγωγικότητα, περιορισμένη ανταγωνιστικότητα και μια οικονομία που δυσκολεύεται να δημιουργήσει ισχυρή εγχώρια παραγωγική βάση.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα όμως βρίσκεται εκεί που η κυβέρνηση αποφεύγει συστηματικά να κοιτάξει: στο εμπορικό ισοζύγιο.
Μια χώρα δεν μπορεί να θεωρείται πραγματικά οικονομικά ισχυρή όταν συνεχίζει να εξαρτάται σε τόσο μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές. Η Ελλάδα παράγει λιγότερα από όσα καταναλώνει και αυτό σημαίνει ότι μεγάλο μέρος του εισοδήματος που δημιουργείται στη χώρα κατευθύνεται στο εξωτερικό για την αγορά προϊόντων που δεν παράγονται εδώ.
Το εμπορικό έλλειμμα δεν είναι ένας απλός οικονομικός δείκτης. Είναι η ακτινογραφία ενός αποτυχημένου παραγωγικού μοντέλου. Δείχνει ότι η χώρα δεν κατάφερε να μετατρέψει την ανάπτυξη σε παραγωγική ανασυγκρότηση, δεν κατάφερε να ενισχύσει τη βιομηχανική της βάση και δεν κατάφερε να μειώσει την εξάρτηση από τις εισαγωγές. Το ίδιο το ΙΟΒΕ έχει καταγράψει σε προηγούμενες εκδόσεις του ότι το εμπορικό έλλειμμα βιομηχανικών προϊόντων παραμένει μια σοβαρή πρόκληση για την ελληνική οικονομία.
Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη πολιτική ευθύνη της κυβέρνησης Μητσοτάκη.
Επί επτά χρόνια η Νέα Δημοκρατία παρουσιάζει την οικονομία ως μια ιστορία επιτυχίας. Όμως μια πραγματικά επιτυχημένη οικονομική πολιτική δεν κρίνεται μόνο από τους ρυθμούς ανάπτυξης ή τις αξιολογήσεις των οίκων. Κρίνεται από το αν μια χώρα παράγει περισσότερο, εξάγει περισσότερο, δημιουργεί καλύτερες θέσεις εργασίας και αυξάνει την παραγωγικότητά της.
Και σε αυτά τα πεδία η εικόνα παραμένει προβληματική.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να βασίζεται υπερβολικά στον τουρισμό, στις υπηρεσίες και στην κατανάλωση, ενώ η βιομηχανία δεν έχει αποκτήσει το βάρος που απαιτεί μια σύγχρονη ευρωπαϊκή οικονομία. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν υψηλό ενεργειακό κόστος, ακριβή χρηματοδότηση και ένα περιβάλλον που δεν ευνοεί τη μακροχρόνια παραγωγική επένδυση.
Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση επιλέγει να πανηγυρίζει για τη μακροοικονομική εικόνα, αφήνοντας στο περιθώριο το κρίσιμο ερώτημα: τι είδους ανάπτυξη είναι αυτή όταν η χώρα εξακολουθεί να εισάγει περισσότερα από όσα παράγει;
Η απάντηση είναι ότι πρόκειται για μια ανάπτυξη με αδύναμη βάση. Μια ανάπτυξη που μπορεί να εμφανίζει θετικούς αριθμούς, αλλά δεν αλλάζει ουσιαστικά τη θέση της Ελλάδας στον διεθνή οικονομικό χάρτη.
Το πραγματικό στοίχημα δεν είναι να παρουσιάζεται η Ελλάδα ως επενδυτικός προορισμός σε συνέδρια και διεθνείς εκθέσεις. Το πραγματικό στοίχημα είναι να γίνει ξανά μια χώρα που παράγει.
Γιατί χωρίς ισχυρή βιομηχανία, χωρίς εξαγωγική βάση και χωρίς περιορισμό του εμπορικού ελλείμματος, κάθε συζήτηση περί «ισχυρής οικονομίας» παραμένει περισσότερο επικοινωνιακή παρά ουσιαστική.
Η κυβέρνηση μπορεί να συνεχίσει να μετρά επιτυχίες στους πίνακες. Όμως η πραγματική οικονομία μετριέται αλλού: στα εργοστάσια που δεν ανοίγουν, στις επιχειρήσεις που δυσκολεύονται να ανταγωνιστούν και σε ένα εμπορικό έλλειμμα που θυμίζει ότι η Ελλάδα ακόμα δεν έχει λύσει το βασικό της πρόβλημα.
Το πρόβλημα δεν είναι αν η οικονομία κινείται. Το πρόβλημα είναι προς τα πού κινείται.






