Ο Κυριάκος Μητσοτάκης σπεύδει να πανηγυρίσει για τη φετινή Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το Κράτος Δικαίου, ισχυριζόμενος ότι η Ελλάδα προοδεύει σταθερά και μετρήσιμα επειδή οι συστάσεις μειώθηκαν από επτά σε τέσσερις.
Επιχειρώντας μάλιστα να εμφανίσει τη χώρα ως πρότυπο σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη, τονίζει με έπαρση ότι δέκα κράτη-μέλη έχουν περισσότερες συστάσεις, καταλήγοντας στο αυθαίρετο συμπέρασμα ότι τα επίσημα δεδομένα διαψεύδουν τις «ισοπεδωτικές αφηγήσεις» και τη «δυστοπία» που παρουσιάζει η αντιπολίτευση.
Αυτή η πρωθυπουργική ρητορική, ωστόσο, δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια επιφανειακή αλχημεία των αριθμών και μια συνειδητή απόπειρα ωραιοποίησης.
Η μείωση των συστάσεων δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση επίλυση των προβλημάτων, καθώς η Κομισιόν συχνά συμπτύσσει ή αναδιατυπώνει τις παρατηρήσεις της, την ώρα που η Ελλάδα παραμένει υπό στενή ευρωπαϊκή επιτήρηση.
Το να συγκρίνεται η χώρα με κράτη που αντιμετωπίζουν ακραία θεσμική οπισθοδρόμηση για να δειχθεί ότι είμαστε καλύτεροι, αποτελεί προσβολή για το ευρωπαϊκό κεκτημένο, ειδικά όταν οι πραγματικές εκθέσεις καταγράφουν μηδενική ουσιαστική πρόοδο στα μεγάλα αγκάθια της πολυνομίας, της καθυστέρησης στην απονομή δικαιοσύνης και της συστηματικής πίεσης προς τις ανεξάρτητες αρχές.
Η θεσμική ειρωνεία κορυφώνεται όταν ο Πρωθυπουργός προαναγγέλλει πρωτοβουλίες για την προστασία των δημοσιογράφων από καταχρηστικές αγωγές και τη θωράκιση της λογοδοσίας μέσω μιας μελλοντικής συνταγματικής αναθεώρησης.
Είναι τουλάχιστον προκλητικό να υπόσχεται η κυβέρνηση προστασία από τα SLAPPs, όταν κορυφαία στελέχη της και πρόσωπα του στενού περιβάλλοντος του Μαξίμου έχουν πρωτοστατήσει σε εξοντωτικές δικαστικές διώξεις εναντίον ερευνητών δημοσιογράφων που αποκάλυψαν το σκάνδαλο των υποκλοπών.
Η ελευθερία του τύπου στην Ελλάδα κατατάσσεται σταθερά στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μια πραγματικότητα που ο Πρωθυπουργός σκοπίμως ξεχνά, μεταθέτοντας μάλιστα την επίλυση της διαφθοράς για το μακρινό 2030, γεγονός που αποτελεί καθαρή ομολογία αποτυχίας για μια κυβέρνηση που βρίσκεται ήδη επτά χρόνια στο τιμόνι της χώρας.
Η ποιότητα της δημοκρατίας όμως δεν μετριέται με λογιστικά τρικ και επικοινωνιακά πυροτεχνήματα, αλλά δοκιμάζεται στις μεγάλες θεσμικές κρίσεις της εποχής μας, όπως είναι το σκάνδαλο των υποκλοπών, το έγκλημα των Τεμπών, το «φαγοπότι» ημετέρων του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Στην υπόθεση των παρακολουθήσεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατέγραψε μια συντονισμένη προσπάθεια παρεμπόδισης της έρευνας, με τη βίαιη αλλαγή της σύνθεσης των ανεξάρτητων αρχών τη στιγμή που άγγιζαν τον πυρήνα της εξουσίας, και με μια εσπευσμένη δικαστική αρχειοθέτηση που άφησε βαριές σκιές.
Αντίστοιχα, στο έγκλημα των Τεμπών, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία κατήγγειλε ανοιχτά ότι το ελληνικό Σύνταγμα και ο νόμος περί ευθύνης υπουργών χρησιμοποιούνται ως ασπίδα προστασίας για το πολιτικό προσωπικό. Η άρνηση της κυβερνητικής πλειοψηφίας να ελέγξει τις ποινικές ευθύνες υπουργών για τη μη υλοποίηση της σύμβασης τηλεδιοίκησης, σε συνδυασμό με το εσπευσμένο μπάζωμα του χώρου του δυστυχήματος, συνθέτουν την απόλυτη εικόνα της συγκάλυψης.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η προσπάθεια του Πρωθυπουργού να εργαλειοποιήσει την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ και να εμφανιστεί ως διώκτης της διαφθοράς στερείται πειστικότητας. Επικαλείται επιλεκτικά το τεκμήριο αθωότητας για τα στελέχη της παράταξής του, την ίδια ώρα που η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία συνεχίζει να ερευνά τέσσερα εξ αυτών, και προσπαθεί να βαφτίσει τις δικαστικές διαδικασίες δική του κυβερνητική πρωτοβουλία.
Όταν η Ευρώπη κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για το κράτος δικαίου στην Ελλάδα, η κυβέρνηση απαντά με επικοινωνιακή αριθμητική. Η δημοκρατία και οι θεσμοί δεν κρίνονται από το πόσο επιδέξια μπορεί ένα επιτελείο να κρύψει τα προβλήματα κάτω από το χαλί, αλλά από την πραγματική διαφάνεια και τη λογοδοσία, δύο έννοιες που απουσιάζουν συστηματικά από το κυβερνητικό έργο.





