Όχι για τους κατηγορούμενους –αυτό είναι δουλειά των δικαστών– αλλά για την ίδια την αξιοπιστία του θεσμού της Δικαιοσύνης.
Στην Ελλάδα του 2026, φαίνεται πως ισχύει πια στο ακέραιο η λαϊκή ρήση: «Καλύτερα να σου βγει το μάτι, παρά το όνομα».
Και το «όνομα» της ελληνικής Δικαιοσύνης, δυστυχώς, έχει τρωθεί ανεπανόρθωτα στις ευρωπαϊκές εκθέσεις και στη συνείδηση των πολιτών, πολύ πριν οι δικαστές καθίσουν στην έδρα της Λάρισας.
Και μόνο το γεγονός ότι το τελευταίο διάστημα τόσο ο Άρειος Πάγος, όσο και η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων αναγκάστηκαν να εκδώσουν Δελτία Τύπου για να υπερασπιστούν τη θεσμό της Δικαιοσύνης, λέει πολλά.
Γιατί ο σεβασμός στη Δικαιοσύνη δεν επιβάλλεται δια ανακοινώσεων, αλλά κατακτάται από τους λειτουργούς της. Και αυτό φαίνεται ότι στη σημερινή Ελλάδα δεν υφίσταται.
Ο Άρειος Πάγος μετά τις εντονότατες διαμαρτυρίες που ξέσπασαν για το φιάσκο της πρώτης ημέρας της δίκης των Τεμπών, στη Λάρισα, παρενέβη με ανακοίνωση του για να επισημαίνει την ανάγκη όλοι οι εμπλεκόμενοι στη δίκη για το δυστύχημα των Τεμπών να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων, αναλογιζόμενοι το βάρος της ευθύνης που απορρέει από τον θεσμικό τους ρόλο.
«Στη δίκη αυτή δεν αρμόζουν φαινόμενα «αγανακτισμένων δήθεν πολιτών», που ουδεμία σχέση έχουν με την υπόθεση, μη όντες διάδικοι, οι οποίοι απειλούν τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα των δικαστών, ούτε κραυγές ορισμένων, ευτυχώς ελάχιστων, παραγόντων της δίκης, διατυπούμενες εκ των προτέρων, περί μη έναρξης και μη διενέργειας της δίκης, οι οποίοι πολέμησαν και παρεμπόδισαν με κάθε τρόπο την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας» σημειώνεται χαρακτηριστικά στην ανακοίνωση του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
Στο ίδιο μήκος κύματος, περίπου πριν δυο εβδομάδες, με ανακοίνωση της η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων (ΕΔΕ) είχε επιτεθεί σε «σπεκουλαδόρους πολιτικούς» και «επαγγελματίες δημαγωγούς», κάνοντας λόγο για «πολιτική τυμβωρυχία». Η ΕΔΕ υπεραμύνεται των συναδέλφων της που κληρώθηκαν για τη δίκη, χαρακτηρίζοντας τις αιτιάσεις της αντιπολίτευσης περί «στημένων συνθέσεων» ως γελοίες.
Ωστόσο, η σκληρή γλώσσα των λειτουργών της Δικαιοσύνης δεν μπορεί να κρύψει μια πραγματικότητα που αποτυπώνεται με αριθμούς. Οι δημοσκοπήσεις του τελευταίου χρόνου δείχνουν ότι πάνω από 7 στους 10 πολίτες δυσπιστούν απέναντι στη Δικαιοσύνη.
Επίσης το EU Justice Scoreboard, ο «Πίνακας Αποτελεσμάτων της Δικαιοσύνης στην Ευρωπαϊκή Ένωση» κατατάσσει τη χώρα μας σταθερά στον πάτο της Ευρώπης σε ταχύτητα και ανεξαρτησία.
Όλα αυτά δείχνουν ότι το πρόβλημα δεν είναι ούτε οι «αγανακτισμένοι δήθεν πολίτες» ούτε η «δημαγωγία της αντιπολίτευσης». Είναι η βιωμένη εμπειρία του πολίτη και τα επίσημα στοιχεία της Κομισιόν.
Σύσσωμη η αντιπολίτευση κατηγορεί την κυβέρνηση για μια συντονισμένη επιχείρηση συγκάλυψης, με αποκορύφωμα το «μπάζωμα» του χώρου του δυστυχήματος και την επιλεκτική χρήση του νόμου περί ευθύνης υπουργών.
Οι ευρωπαϊκές εκθέσεις για το Κράτος Δικαίου (Rule of Law 2024 & 2025) «καρφώνουν» την κυβέρνηση σε δύο καίρια σημεία, κάτι που δημιουργεί μια σκιά εξάρτησης και την αίσθηση ατιμωρησίας για πολιτικά πρόσωπα.
Όταν πάνω από 7 στους 10 πολίτες δηλώνουν σταθερά στις δημοσκοπήσεις των τελευταίων δυο χρόνων ιδιαίτερα, ότι δεν πιστεύουν πως θα αποδοθεί δικαιοσύνη για τα Τέμπη, οι ανακοινώσεις του Αρείου Πάγου και της Ένωσης Δικαστών και ηχούν στα αυτιά του κόσμου ως μια τυπική διαβεβαίωση που απέχει από το κοινό περί δικαίου αίσθημα.
Από την πλευρά της η κυβέρνηση Μητσοτάκη οχυρώνεται πίσω από τη «θεσμική ανεξαρτησία» της Δικαιοσύνης. Στην καθιερωμένη Κυριακάτικη ανάρτηση του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, χθες 29/3, ο πρωθυπουργός επιχείρησε και πάλι να αποπροσανατολίσει, κάνοντας ναι μεν αναφορά στις «εικόνες ελλιπούς οργάνωσης της πρώτης ημέρας (της δίκης των Τεμπών)» επιρρίπτοντας έτσι εμμέσως κάποιες ευθύνες στους συντελεστές της δίκης, αλλά στην ουσία της ανάρτησης του υπερασπίστηκε και ταυτίστηκε τα όσα υποστηρίζουν οι ενώσεις των δικαστών.
Σε κάθε περίπτωση αν η δίκη των Τεμπών δεν πείσει και τον πιο δύσπιστο πολίτη ότι «ο νόμος είναι ίσος για όλους», τότε το «όνομα» που έχει βγει στη χώρα μας –αυτό της δικαστικής βραδύτητας και της πολιτικής συναλλαγής– θα γίνει η μόνιμη ταυτότητά μας.
Ο Άρειος Πάγος και η Ένωση Δικαστών μπορεί να καταγγέλλουν τις αντιδράσεις της κοινωνίας ως «κραυγές» και ως «καιροσκοπισμό», -θέση με την οποία συμφωνεί ή ακόμη και προωθεί το Μαξίμου- , αλλά η ίδια η Δικαιοσύνη οφείλει να απαντήσει με έργα.
Όσο οι πολίτες βλέπουν την Ελλάδα να κατρακυλά στην 29η θέση του World Justice Project (πίσω από σχεδόν όλη την Ευρώπη), καμία ανακοίνωση δεν θα τους πείσει ότι όλα βαίνουν καλώς.
Στη δίκη της Λάρισας, δεν δικάζονται μόνο οι 36 κατηγορούμενοι. Δικάζεται η ίδια η δυνατότητα της Ελλάδας να είναι ένα σύγχρονο κράτος δικαίου.






