Καθώς οι αντιπροσωπείες της Ουκρανίας, της Ρωσίας και των ΗΠΑ κάθονται στο τραπέζι υπό τη διαμεσολάβηση της διοίκησης Τραμπ, το διακύβευμα μετατοπίζεται από το πεδίο των μαχών στη «σκακιέρα» του συναλλακτικού ρεαλισμού.
Βρισκόμαστε μπροστά σε μια αναμέτρηση όπου η Ουάσινγκτον επείγεται για ένα γρήγορο αποτέλεσμα πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές, ενώ η Μόσχα επιδίδεται σε επίδειξη ισχύος και το Κίεβο σε διαπραγματευτικούς ελιγμούς.
Οι δηλώσεις του Βολοντίμιρ Ζελένσκι στο Axios, όπου απέκλεισε την παράδοση του Ντονμπάς, μπορούν να αναγνωσθούν λιγότερο ως μια αδιαπραγμάτευτη εθνική στάση και περισσότερο ως μια κλασική τακτική υψηλού ρίσκου λίγο πριν την τελική συμφωνία.
Ο Ουκρανός πρόεδρος, αντιλαμβανόμενος την ασφυκτική πίεση για συμβιβασμό, υψώνει τον πήχη των απαιτήσεών του, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει όσο το δυνατόν ισχυρότερες εγγυήσεις ασφαλείας ή οικονομικά ανταλλάγματα, όπως το πακέτο ανοικοδόμησης των 800 δισ. δολαρίων που συζητείται στο παρασκήνιο. Η ρητορική του για το «μη αποδεκτό από τον λαό» λειτούργησε ως προειδοποίηση προς τους Αμερικανούς μεσολαβητές στη Γενεύη, ότι οποιαδήποτε υποχώρηση θα πρέπει να συνοδεύεται από απτά οφέλη που θα μπορούν να «πουληθούν» στο εσωτερικό ακροατήριο.
Την ίδια στιγμή, η θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης περιπλέκεται από τις δικές της εσωτερικές αντιδράσεις, οι οποίες απειλούν να αποδυναμώσουν το 20ό πακέτο κυρώσεων κατά της Ρωσίας. Ενώ στη Γενεύη αναζητείται διπλωματικό διέξοδο, στις Βρυξέλλες καταγράφονται έντονες επιφυλάξεις από κράτη-μέλη, ανάμεσά τους και η Ελλάδα, σχετικά με το νέο πακέτο κυρώσεων κατά της Ρωσίας, που προβλέπει τη στοχοποίηση ξένων λιμανιών και τραπεζών.
Φοβούμενες τις επιπτώσεις στην ευρωπαϊκή ναυτιλία και την εφοδιαστική αλυσίδα η Ελλάδα, η Μάλτα, η Ιταλία, η Ουγγαρία και η Βρετανία δείχνουν έντονη απροθυμία για περαιτέρω οικονομική κλιμάκωση εναντίον της Ρωσίας, γεγονός που καταδεικνύει ότι η «κόπωση των κυρώσεων» είναι πλέον μια υπολογίσιμη παράμετρος που η Μόσχα σίγουρα θα εκμεταλλευτεί.
Η αμερικανική πλευρά φαίνεται να κεφαλαιοποιεί αυτή την ευρωπαϊκή κόπωση, προωθώντας ένα σχέδιο που βασίζεται στο «πάγωμα» των γραμμών του μετώπου και τη δημιουργία αποστρατιωτικοποιημένων ζωνών.
Αν η Γενεύη καταλήξει σε έναν επώδυνο συμβιβασμό, αυτό θα μια ακόμη ωμή παραδοχή ότι η στρατιωτική και οικονομική ισχύς μπορεί να επιβάλλει λύσεις που πριν από λίγα χρόνια θα θεωρούνταν απαράδεκτες.
Ο Ζελένσκι, παρά τη σκληρή γραμμή που επιδιώκει να φαίνεται ότι τηρεί, γνωρίζει ότι η επόμενη ημέρα θα κριθεί από την ισορροπία ανάμεσα στις εδαφικές απώλειες και τη διασφάλιση της επιβίωσης του κράτους του.
Το στοίχημα της Γενεύης είναι πλέον αν θα επιτευχθεί μια βιώσιμη εκεχειρία ή αν απλώς αγοράζεται χρόνος για την επόμενη πράξη μιας κρίσης που έχει ήδη αλλάξει τον χάρτη της Ευρώπης.






