Όσο και αν προσπαθεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης να παρουσιάσει την Ελλάδα ως παράδειγμα ανάπτυξης επί των ημερών του, η σκληρή πραγματικότητα είναι πως οι Έλληνες έχουν τη δεύτερο χειρότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS) στην Ευρώπη, πάνω μόνο από τη Βουλγαρία.
Συγκεκριμένα σύμφωνα με την έκθεση του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης ανέρχεται στην Ελλάδα στο 68,5% του μέσου όρου της ΕΕ, με μόνη χειρότερη τη Βουλγαρία που βρίσκεται στο 65,9% του μέσου ευρωπαϊκού όρου, παίρνοντας έτσι το «ασημένιο» στη φτώχεια.
Σχεδόν οκτώ ολόκληρα χρόνια μετά το τέλος των μνημονίων και οι Έλληνες βρίσκονται σε χειρότερη θέση από τους Τσέχους, τους Λιθουανούς, τους Εσθονούς, τους Πολωνούς, τους Λετονούς, ακόμη και από τους Ρουμάνους.
Και αν το καλοεξετάσει κανείς, ακόμη και οι Βούλγαροι έχουν αυξήσει, τα τελευταία χρόνια, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ τους σε μονάδες αγοραστικής δύναμης με ρυθμούς πολύ υψηλότερους από τους Έλληνες, καθώς όπως σημειώνει η έκθεση την περίοδο 2019-2024 η Ελλάδα βελτίωσε τη θέση της κατά μόλις 3 ποσοστιαίες μονάδες, έναντι 11 ποσοστιαίων μονάδων της Βουλγαρίας, πράγμα που δείχνει ότι η δυναμική της σύγκλισης της χώρας είναι αισθητά ασθενέστερη ακόμη και από της Βουλγαρίας.
Κατά συνέπεια ό,τι και αν ισχυρίζεται ο πρωθυπουργός και η κυβέρνηση για δήθεν αναπτυξιακή άνοιξη στην χώρα, καταρρίπτεται και όχι μόνο από τα στοιχεία της προαναφερόμενης έρευνας που δεν απέχουν από τα στοιχεία των επίσημων φορέων, αλλά και από τα ευρήματα των δημοσκοπήσεων.
Όταν οι πολίτες είναι ευχαριστημένοι από την κυβέρνηση τους, δεν της δίνουν στις δημοσκοπήσεις ποσοστά που «βολοδέρνουν» κάτω του 25%, ούτε δηλώνουν σε ποσοστό σχεδόν 80% απαισιόδοξοι για την πορεία της εθνικής οικονομίας και των προσωπικών τους οικονομικών.
Το αφήγημα της επιτυχημένης οικονομικής πολιτικής της κυβερνώσας παράταξης έχει καταρρεύσει και όσο και κάνει πως δεν το βλέπει, το «αισθάνονται» οι ίδιοι οι πολίτες, επιζητώντας πολιτική αλλαγή ακόμη και μέσω πρόωρων εκλογών.






