Από τότε, τον Ιούνιο το 2023, έχουν περάσει δυόμιση χρόνια, με την κατάσταση να αλλάζει άρδην σε βάρος του κυβερνώντος κόμματος, απόρροια των πολιτικών του επιλογών που αποδοκιμάζουν σχεδόν στο σύνολο τους οι παραγωγικές τάξεις αλλά και η κοινωνία γενικότερα.
Η αρνητική πορεία του κυβερνώντος κόμματος βέβαια είχε ήδη διαφανεί, ένα μόλις χρόνο μετά τις εθνικές εκλογές, που ήταν αρκετός για να καταφέρει –γιατί περί κατορθώματος πρόκειται- να χάσει ένα εκατομμύριο ψηφοφόρους στις ευρωεκλογές του Ιουνίου του 2024.
Και για την ιστορία να αναφέρουμε ότι στις εθνικές εκλογές του ’23 έλαβε περί τους 2.115.00 ψήφους, ενώ στις ευρωεκλογές του ’24 μόλις 1.125.000 ψήφους, πέφτοντας από το 41% στο «πενιχρό» 28%.
Και φτάσαμε στο σήμερα, όπου όλα δείχνουν πως η «αποψίλωση» του κυβερνώντος κόμματος από ψηφοφόρους συνεχίζεται και εντείνεται. Είναι πλέον σχεδόν βέβαιο ότι η Νέα Δημοκρατία θα απολέσει και άλλους ψηφοφόρους, από αυτούς που της έχουν απομείνει, αυτή τη φορά από τον αγροτικό κόσμο, που είναι στα «κάγκελα» από τις πολιτικές της επιλογές και πρακτικές.
Οι αγρότες ήδη γύρισαν την πλάτη στην κυβέρνηση, όχι μόνο για την άρνηση της να δώσει λύσεις στα βασικά τους προβλήματα και να ικανοποιήσει τα δίκαια αιτήματα τους, αλλά και για τον πόλεμο λάσπης εναντίον τους.
Γιατί περί αυτού πρόκειται.
Για μια ψεύτικη πρόσκληση για διάλογο, αφού είναι προαποφασισμένη η μη ικανοποίηση βασικών αιτημάτων του αγροτικού κόσμου.
Για μια προσπάθεια κινητοποίησης του κοινωνικού αυτοματισμού, δείχνοντας τους αγρότες ως υπαίτιους της ταλαιπωρίας των πολιτών από τους κλειστούς δρόμους, τους οποίους η αστυνομία κλείνει και όχι οι αγρότες.
Για μια επιχείρηση δολοφονίας χαρακτήρων μα καταγγελίες και κατηγορίες εναντίον στελεχών του αγροτικού κινήματος την ώρα που επιχειρείται συγκάλυψη των πραγματικών ενόχων του τεράστιου σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Με τέτοιες πρακτικές είναι αδύνατον ο Κυριάκος Μητσοτάκης να καταφέρει να προσεγγίσει εκ νέου τους αγρότες που αποχώρησαν ήδη από το ακροατήριο του, όπως πράττουν σταδιακά κατά τη δεύτερη κυβερνητική του θητεία και πολλές άλλες κοινωνικές τάξεις με τις οποίες το κυβερνών κόμμα δεν μπορεί πλέον να συνομιλήσει, αφού έχει κάνει τις πολιτικές επιλογές του να βρίσκεται στο πλάι των οικονομικών ελίτ και όχι της κοινωνίας.






