Σε μια χώρα όπου η ακρίβεια εξαϋλώνει τα εισοδήματα των νοικοκυριών συστηματικά εδώ και χρόνια, η κυβέρνηση επιχειρεί για άλλη μια φορά να δείξει «άτεγκτη» απέναντι στους προνομιακούς της συνομιλητές, τις μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ, επιστρατεύοντας τα γνωστά επικοινωνιακά πυροτεχνήματα της επιβολής προστίμων.
Επί σειρά ετών, το αφήγημα της πολιτικής ηγεσίας ήταν βολικό και επαναλαμβανόμενο. Για την ακρίβεια έφταιγαν και φταίνε οι «εξωγενείς παράγοντες», οι διεθνείς κρίσεις και οι γεωπολιτικές αναταράξεις, αφήνοντας στο απυρόβλητο τους μεγάλους παίχτες της αγοράς. Η κυβέρνηση λειτούργησε ως ο ιδανικός συνήγορος των μεγάλων ομίλων, αποφεύγοντας πεισματικά να αναζητήσει τις ευθύνες εκεί όπου το περιθώριο κέρδους φούσκωνε προκλητικά εις βάρος των πολιτών.
Η επιβολή προστίμων, πάντως, αποτελεί την έμμεση αλλά σαφή ομολογία ότι η αισχροκέρδεια υπάρχει και αποτελεί μια οργανωμένη πρακτική που εξελίσσεται και δεν περιορίζεται, προκαλώντας το κοινό αίσθημα.
Και βέβαια υπάρχει και το μείζον ζήτημα, πως το συνολικό πρόστιμο του ενός εκατομμυρίου ευρώ, εφόσον εισπραχθεί, θα καταλήξει στα δημόσια ταμεία, αφήνοντας το μεγάλο θύμα αυτής της υπόθεσης, τον καταναλωτή, εντελώς ακάλυπτο.
Ποιος θα επιστρέψει στους πολίτες τα χρήματα που υπερχρεώθηκαν παράνομα στα ράφια;
Ποιος θα αποζημιώσει τον οικογενειάρχη που πλήρωσε το γάλα και το ψωμί σε τιμές χρυσού εξαιτίας πλασματικών εκπτώσεων;
Το πρόστιμο δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα «φιλοδώρημα» του κράτους στον εαυτό του, μια συναλλαγή που αφήνει τις τσέπες των πολιτών άδειες και τη δικαιοσύνη ημιτελή.
Το πιο εξοργιστικό στοιχείο, ωστόσο, παραμένει η αμφίβολη εισπραξιμότητα αυτών των ποινών.
Η εμπειρία των τελευταίων 6-7 ετών δείχνει ότι η απόσταση από την ανακοίνωση ενός προστίμου μέχρι την πραγματική καταβολή του είναι χαώδης.
Οι μεγάλες αλυσίδες, διαθέτοντας στρατιές νομικών συμβούλων, επιδίδονται σε ένα μπαράζ ενστάσεων και προσφυγών στα διοικητικά δικαστήρια, μια διαδικασία που κρατά χρόνια και συχνά καταλήγει σε δραματικές μειώσεις ή και παραγραφές των ποσών.
Ενώ η κυβέρνηση θριαμβολογεί για την «επιβολή», σπανίως ενημερώνει τους πολίτες για το ποια από αυτά τα χρήματα έφτασαν τελικά στα ταμεία.
Παρόλο που το υπουργείο Ανάπτυξης ανακοινώνει με τυμπανοκρουσίες την επιβολή, σπάνια υπάρχει μια αντίστοιχη ετήσια έκθεση που να λέει: «Πέρυσι επιβάλαμε 10 εκατομμύρια και εισπράξαμε πράγματι τα 8». Αυτή η έλλειψη διαφάνειας ενισχύει την καχυποψία ότι τα πρόστιμα λειτουργούν περισσότερο ως εργαλείο "δημοσίων σχέσεων" παρά ως πραγματική τιμωρία.
Τα τελευταία 6-7 χρόνια, η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει ανακοινώσει συνολικά πρόστιμα που ξεπερνούν τα 15-20 εκατομμύρια ευρώ μόνο για θέματα αισχροκέρδειας και πλασματικών εκπτώσεων. Ωστόσο, ουδέποτε έχει παρουσιαστεί ένας αναλυτικός πίνακας που να συνδέει το κάθε πρόστιμο με την απόδειξη πληρωμής του.
Αλλά ακόμη και αν τελικά καταβάλλονται κάποια «κουτσουρεμένα» πρόστιμα, αυτό δεν αποτελεί «ποινή», αφού οι εταιρείες θεωρούν αυτά τα ποσά ως "λειτουργικό κόστος" (cost of doing business) – δηλαδή, προτιμούν να πληρώσουν ένα μικρό πρόστιμο, αν τα κέρδη από την παράνομη αύξηση τιμών είναι συνήθως υπερδεκαπλάσσια.
Όσο οι αλυσίδες σούπερ μάρκετ παραμένουν στο απυρόβλητο και απολαμβάνουν ουσιαστικής ατιμωρησίας, και όσο η κυβέρνηση αρνείται να επιβάλει δομικές αλλαγές, αυτά τα πρόστιμα θα θεωρούνται απλώς το «εισιτήριο» που πληρώνουν οι ισχυροί για να συνεχίσουν το πάρτι της αισχροκέρδειας στην πλάτη μιας εξαντλημένης κοινωνίας.






