Το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου ξεκινά την Πέμπτη, υποσχόμενο μια γιορτή γεμάτη γκολ, συγκινήσεις και παγκόσμιο πάθος.
Πίσω από τη λάμψη των γηπέδων, ωστόσο, κρύβεται μια ζοφερή πραγματικότητα: η διοργάνωση αναμένεται να προκαλέσει περιβαλλοντικό κόστος υπερδιπλάσιο από εκείνο του Κατάρ το 2022, φέρνοντας στο προσκήνιο το βαρύ τίμημα που πληρώνει ο πλανήτης για τη διαρκή επέκταση της κορυφαίας ποδοσφαιρικής γιορτής.
Η διεύρυνση της διοργάνωσης με τη συμμετοχή 48 ομάδων και τη διασπορά των αγώνων σε ολόκληρη τη Βόρεια Αμερική αλλάζει ριζικά τα δεδομένα.
Σύμφωνα με πρόσφατη αξιολόγηση της παγκόσμιας πλατφόρμας μέτρησης άνθρακα Greenly, το φετινό Μουντιάλ ενδέχεται να παραγάγει 7,8 εκατομμύρια μετρικούς τόνους διοξειδίου του άνθρακα.
Το νούμερο αυτό ισοδυναμεί με τις ετήσιες εκπομπές 1,7 εκατομμυρίων αυτοκινήτων ή με τη συνολική ετήσια ρύπανση μιας χώρας όπως η Σιέρα Λεόνε, καθιστώντας το συγκεκριμένο Παγκόσμιο Κύπελλο το πιο ρυπογόνο που έχει καταγραφεί ποτέ.
Η βασική αιτία του προβλήματος εντοπίζεται στις τεράστιες αποστάσεις. Οι ομάδες, οι φίλαθλοι και τα Μέσα Ενημέρωσης καλούνται να μετακινούνται διαρκώς σε ένα σχήμα τριών χωρών και 16 διαφορετικών πόλεων. Όπως εξηγεί η αθλητική οικολόγος Μάντλιν Όρ, «το Μουντιάλ είναι θεωρητικά εξαιρετικό για το άθλημα και την προβολή του, αλλά καταστροφικό από κλιματική άποψη». Οι ερευνητές εκτιμούν ότι το 87% των συνολικών εκπομπών θα προέλθει αποκλειστικά από τις μετακινήσεις και κυρίως από τις αεροπορικές πτήσεις εκατομμυρίων οπαδών που θα διασχίζουν την ήπειρο.
Η τεράστια γεωγραφική εξάπλωση της διοργάνωσης, η οποία εκτείνεται σε μια απόσταση 4.500 χιλιομέτρων από το Βανκούβερ μέχρι το Μαϊάμι, καθιστά το τουρνουά πολύ πιο επιβαρυντικό από το Μουντιάλ του Κατάρ, το οποίο είχε επικριθεί για την κατασκευή επτά νέων σταδίων αλλά είχε περιοριστεί στους 3,8 εκατομμύρια τόνους αερίων του θερμοκηπίου.
Παρόλο που αυτή τη φορά δεν κατασκευάστηκαν νέα γήπεδα, η αύξηση των ομάδων και ο διασκορπισμός των αγώνων απλώς μετατόπισε το πρόβλημα, σύμφωνα με τον γεωγράφο Ντέιβιντ Γκογκισβίλι. Αν και η FIFA είχε δεσμευτεί το 2021 για υποδιπλασιασμό των εκπομπών της έως το 2030, για το συγκεκριμένο τουρνουά δεν έθεσε σαφή περιβαλλοντικό στόχο. Η ίδια η ομοσπονδία πάντως απαντά ότι εφαρμόζει πολυάριθμες πράσινες πρωτοβουλίες, όπως η χρήση υπαρχόντων σταδίων, η προώθηση των μέσων μαζικής μεταφοράς και η ανακύκλωση τροφίμων.
Μια άλλη, συχνά αόρατη αλλά τεράστια παράμετρος του προβλήματος, είναι το ψηφιακό αποτύπωμα. Οι σύγχρονες συνήθειες των φιλάθλων, που παρακολουθούν τους αγώνες μέσω πολλαπλών συσκευών και συμμετέχουν σε ζωντανό στοιχηματισμό, απαιτούν τεράστια ποσά ενέργειας για τη λειτουργία των δορυφόρων και των κέντρων δεδομένων. Ενδεικτικά, υπολογίζεται ότι κάθε παιχνίδι των μεγάλων εθνικών ομάδων αυξάνει τη ζήτηση ηλεκτρικού ρεύματος κατά 600 μεγαβάτ, ποσό που ισοδυναμεί με την ταυτόχρονη κατανάλωση δύο μεγάλων επαρχιακών πόλεων.
Η έλλειψη άμεσης δράσης από τη διοίκηση του ποδοσφαίρου προκαλεί αντιδράσεις. «Αγαπώ το ποδόσφαιρο», καταλήγει ο Γκογκισβίλι, «όμως η FIFA ξεκάθαρα δεν θέτει σε προτεραιότητα τη μείωση της αρνητικής της επίδρασης στο περιβάλλον. Πρέπει να ασκηθεί πίεση από τα μέσα ενημέρωσης, τους παίκτες, τις κυβερνήσεις και το κοινό».
Πηγή: Reuters






