Ο ΑΔΜΗΕ, στο νέο δεκαετές πρόγραμμα ανάπτυξης 2027-2036, που έθεσε σε δημόσια διαβούλευση έως τις 10 Οκτωβρίου, βάζει πλέον στο τραπέζι τη γεωγραφική κατανομή των νέων επενδύσεων, δείχνοντας προς περιοχές εκτός Αττικής όπου υπάρχει μεγαλύτερος ηλεκτρικός χώρος και αυξημένη τοπική παραγωγή.
Οι μελέτες που έχει εκπονήσει ο Διαχειριστής δείχνουν ότι τα περιθώρια για την υποδοχή νέων data centers δεν είναι ίδια σε όλη τη χώρα. Η μεγαλύτερη δυσχέρεια εντοπίζεται στην Αττική, όπου άλλωστε συγκεντρώνεται σήμερα το μεγαλύτερο μέρος των επενδύσεων, ενώ μεγαλύτερες δυνατότητες σύνδεσης εμφανίζουν περιοχές με αυξημένη τοπική παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, όπως η Θεσσαλία, η Δυτική Μακεδονία και η Στερεά Ελλάδα.
Τα αιτήματα για data centers έχουν αυξηθεί κατακόρυφα, δημιουργώντας μεγάλα και συγκεντρωμένα φορτία, τα οποία δεν μπορούν να υποδεχθούν με την ίδια ευκολία όλες οι περιοχές του ηλεκτρικού συστήματος. Για τον λόγο αυτό, ο ΑΔΜΗΕ θεωρεί ότι η ανάπτυξη του κλάδου θα πρέπει πλέον να ενταχθεί σε έναν ευρύτερο και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, που θα συνυπολογίζει τόσο τα διαθέσιμα περιθώρια των δικτύων όσο και την παραγωγική ισχύ κάθε περιοχής.
Ο Διαχειριστής επισημαίνει ότι παρακολουθεί τις διεθνείς εξελίξεις και τη ραγδαία ανάπτυξη των data centers παγκοσμίως, εκπονώντας, σε συνεργασία με το ΥΠΕΝ, τη ΡΑΑΕΥ και τον ΔΕΔΔΗΕ, μελέτες για την αξιολόγηση των διαθέσιμων περιθωρίων πρόσβασης νέων εγκαταστάσεων στο ΕΣΜΗΕ. Όπως σημειώνει, η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η ταχεία ανάπτυξη των data centers οδηγεί ήδη τους Διαχειριστές Συστημάτων Μεταφοράς και Διανομής στην υιοθέτηση ειδικότερων μηχανισμών για τη διαχείριση των αιτημάτων σύνδεσης μεγάλων φορτίων. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, μάλιστα, ο ENTSO-E εξετάζει τα data centers όχι μόνο ως μεγάλους καταναλωτές ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά και ως δυνητικά ευέλικτους πόρους του συστήματος, μέσω της μετατόπισης μη κρίσιμων φορτίων, της αξιοποίησης συστημάτων αποθήκευσης και της συμμετοχής σε μηχανισμούς διαχείρισης συμφόρησης.
Ο ΑΔΜΗΕ εμφανίζεται, πάντως, περισσότερο συγκρατημένος σε σχέση με το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα ως προς την εξέλιξη της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας έως το 2035. Ενώ το ΕΣΕΚ προβλέπει ότι η ζήτηση θα φθάσει στα 70-75 TWh, ο Διαχειριστής την τοποθετεί στα 65-70 TWh, εκτιμώντας ότι ο εξηλεκτρισμός των μεταφορών και της θέρμανσης/ψύξης θα κινηθεί με βραδύτερο ρυθμό, όπως και η ανάπτυξη της παραγωγής συνθετικών καυσίμων και υδρογόνου. Στην εξίσωση, ωστόσο, ο ΑΔΜΗΕ εντάσσει τα data centers, τα οποία δεν έχουν ενσωματωθεί στις προβλέψεις του ΕΣΕΚ. Η παράμετρος αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας παραμένει εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία σχετικά σταθερή, γύρω στις 51 TWh.
Το 2024 διαμορφώθηκε στις 51,1 TWh, αυξημένη κατά 4% σε σχέση με το 2023, ενώ το πρώτο εννεάμηνο του 2025 υποχώρησε κατά 1%. Την ίδια στιγμή, ο ΑΔΜΗΕ ανεβάζει σε περισσότερα από 9 δισ. ευρώ το επενδυτικό του πρόγραμμα για την περίοδο 2027-2036, από περίπου 7 δισ. ευρώ προηγουμένως. Στα μεγαλύτερα έργα περιλαμβάνονται η ηλεκτρική διασύνδεση των Δωδεκανήσων, προϋπολογισμού 2,96 δισ. ευρώ, και η διασύνδεση του Βορείου Αιγαίου, ύψους 1,42 δισ. ευρώ.
Σημαντικές επενδύσεις αφορούν επίσης τη διασύνδεση Ελλάδας-Κύπρου στο πλαίσιο του Great Sea Interconnector, με κόστος 1,93 δισ. ευρώ, καθώς και τη δεύτερη ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας-Ιταλίας. Για την τελευταία προβλέπονται 945 εκατ. ευρώ από την πλευρά του ΑΔΜΗΕ, ενώ ο συνολικός προϋπολογισμός του έργου είναι περίπου διπλάσιος, καθώς το υπόλοιπο 50% αφορά την ιταλική TERNA.






