Ο Βορίδης, υπερασπιζόμενος την ανάγκη «εξορθολογισμού» της επιδοματικής πολιτικής, έθεσε ουσιαστικά το ερώτημα αν τα επιδόματα δημιουργούν αντικίνητρο για εργασία, υποστηρίζοντας ότι όταν κάποιος μπορεί να συγκεντρώνει περίπου 1.000 ευρώ από παροχές, πρέπει να αναρωτηθούμε «γιατί να πάει να δουλέψει». Είχε προηγηθεί ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, ο οποίος είχε υποστηρίξει ότι δεν θα έπρεπε να υπάρχει επίδομα ανεργίας για περισσότερο από δύο μήνες.
Ας αφήσουμε, λοιπόν, για λίγο τις κυβερνητικές θεωρίες και ας δούμε την πραγματικότητα.
Η Eurostat καταγράφει για το 2025 την Ελλάδα στην πρώτη θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς τις πραγματικές εβδομαδιαίες ώρες εργασίας, με 39,6 ώρες την εβδομάδα, έναντι 35,9 ωρών στον μέσο όρο της ΕΕ.
Αυτό είναι το στοιχείο που θα έπρεπε να βρίσκεται στην κορυφή της συζήτησης. Γιατί η εικόνα που επιχειρεί να καλλιεργήσει η κυβέρνηση για τον άνθρωπο που προτιμά να «κάθεται» με ένα επίδομα αντί να δουλεύει προσκρούει πάνω στην ίδια την πραγματικότητα.
Πώς είναι δυνατόν να παρουσιάζεται ο Έλληνας ως άνθρωπος που αποφεύγει τη δουλειά για ένα επίδομα, όταν οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα δουλεύουν περισσότερες πραγματικές ώρες από οποιονδήποτε άλλο στην Ευρωπαϊκή Ένωση;
Κανείς δεν υποστηρίζει ότι δεν πρέπει να ελέγχονται τα επιδόματα. Προφανώς και πρέπει να εντοπίζονται οι καταχρήσεις και να κόβονται οι παράνομες παροχές. Άλλο όμως ο έλεγχος και άλλο να οικοδομείται μια ολόκληρη πολιτική αφήγηση πάνω στο στερεότυπο του «τεμπέλη» που προτιμά το επίδομα από την εργασία.
Γιατί τα στοιχεία της Eurostat δεν περιγράφουν έναν λαό που αποφεύγει τη δουλειά. Περιγράφουν έναν λαό που δουλεύει περισσότερο από όλους.
Και υπάρχει ακόμη μία κρίσιμη παράμετρος. Η Ελλάδα δεν έχει απλώς έναν από τους υψηλότερους πραγματικούς εβδομαδιαίους χρόνους εργασίας στην Ευρώπη. Καταγράφει και πολύ υψηλό ποσοστό εργαζομένων που δουλεύουν περισσότερες από 49 ώρες την εβδομάδα. Την ίδια στιγμή, ο ΟΟΣΑ κατατάσσει τη χώρα πολύ ψηλά και ως προς τον συνολικό ετήσιο χρόνο εργασίας ανά εργαζόμενο.
Αυτά δεν είναι στοιχεία που ταιριάζουν με την εικόνα μιας κοινωνίας που αποφεύγει συστηματικά την εργασία επειδή περιμένει το κράτος να τη συντηρήσει.
Το πραγματικό πρόβλημα είναι αλλού. Είναι στην ποιότητα των θέσεων εργασίας, στους μισθούς, στο κόστος ζωής και στην αδυναμία μεγάλου τμήματος των εργαζομένων να μετατρέψει τον τεράστιο χρόνο εργασίας σε αντίστοιχο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης.
Και ακριβώς γι' αυτό η συζήτηση για το επίδομα ανεργίας απαιτεί σοβαρότητα. Το επίδομα δεν είναι βραβείο τεμπελιάς. Είναι δίχτυ προστασίας για τον άνθρωπο που έχασε τη δουλειά του και βρίσκεται προσωρινά εκτός αγοράς εργασίας.
Αν υπάρχει κάποιος που εξαπατά το σύστημα, ας ελεγχθεί. Αν υπάρχει κάποιος που εισπράττει παράνομα χρήματα, ας τα επιστρέψει. Αλλά δεν μπορεί η εξαίρεση να γίνεται άλλοθι για να αντιμετωπίζεται συλλήβδην ο άνεργος ως ύποπτος.
Και ασφαλώς δεν μπορεί η κυβέρνηση να μιλά για «κίνητρα για εργασία» λες και το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας είναι ότι οι πολίτες δεν έχουν διάθεση να δουλέψουν. Η Eurostat έχει ήδη δώσει την απάντηση: οι Έλληνες εργαζόμενοι δουλεύουν περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο στην ΕΕ.
Αυτό που λείπει δεν είναι η διάθεση για δουλειά. Είναι μια πολιτική που να αναγνωρίζει την αξία της εργασίας και να εξασφαλίζει ότι ο άνθρωπος που εργάζεται μπορεί να ζει από αυτήν.
Γιατί όταν, ύστερα από τόσα χρόνια διακυβέρνησης, η κυβέρνηση επιστρέφει στην εύκολη θεωρία του «τεμπέλη» που πρέπει να κινητοποιηθεί επειδή παίρνει ένα επίδομα, ενώ τα ίδια τα ευρωπαϊκά στοιχεία δείχνουν ότι οι Έλληνες δουλεύουν περισσότερο από όλους, τότε κάτι δεν πάει καλά.
Ντράπηκε και η ντροπή.






