Σημαντική απόσταση χωρίζει, με τα σημερινά δεδομένα, την κυβερνητική εξαγγελία για μείωση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας κατά 30% στην τριετία 2027-2029 από μια πραγματική και μετρήσιμη ελάφρυνση αντίστοιχου μεγέθους για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Και αυτό σε μια συγκυρία κατά την οποία το ενεργειακό περιβάλλον γίνεται εκ νέου δυσμενές, με το φυσικό αέριο να διαπραγματεύεται στα 72,77 ευρώ ανά μεγαβατώρα και το πετρέλαιο στα επίπεδα των 90 δολαρίων το βαρέλι.
Το σχέδιο που παρουσίασε ο πρωθυπουργός από το Βελλίδειο και θα αποκρυσταλλωθεί αύριο από τον υπουργό Ενέργειας Σταύρο Παπασταύρου στηρίζεται σε ένα μίγμα παρεμβάσεων διαφορετικής φύσης: μείωση των Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας, αποσύνδεση των δημοτικών τελών από τους λογαριασμούς, επιδοτήσεις για αντλίες θερμότητας και μπαταρίες, ανάπτυξη μικρών φωτοβολταϊκών και ενίσχυση του ανταγωνισμού μεταξύ των παρόχων. Το βασικό ερώτημα, ωστόσο, είναι κατά πόσο το άθροισμα αυτών των μέτρων μπορεί πράγματι να οδηγήσει σε μείωση 30% του πραγματικού ενεργειακού κόστους σε βάθος 36 μηνών.
Η πρώτη άμεση παρέμβαση αφορά τη μείωση κατά 50% των ΥΚΩ από τον Ιανουάριο του 2027. Το μέτρο έχει περιορισμένο εύρος. Για ένα μέσο νοικοκυριό οι ΥΚΩ αντιστοιχούν περίπου στο 3%-4% του συνολικού λογαριασμού. Επομένως, ακόμη και η μείωσή τους στο μισό αποδίδει ελάφρυνση της τάξης του 1,5%-2% στο τελικό ποσό, πολύ μακριά από τον συνολικό στόχο.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η αποσύνδεση των δημοτικών τελών από τους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας από το 2028. Η αλλαγή που ακόμη φαντάζει μακρινή, μπορεί να μειώνει το ποσό που θα εμφανίζεται στον λογαριασμό ρεύματος, δεν περιορίζει όμως το συνολικό κόστος για το νοικοκυριό. Τα δημοτικά τέλη δεν καταργούνται. Θα συνεχίσουν να καταβάλλονται μέσω ξεχωριστού μηχανισμού.
Αντίστοιχα, οι επιδοτήσεις για αντλίες θερμότητας, ηλιακούς θερμοσίφωνες και μπαταρίες μπορούν να μειώσουν την κατανάλωση και να προσφέρουν εξοικονόμηση σε όσους ενταχθούν στα προγράμματα. Δεν μειώνουν όμως την τιμή της κιλοβατώρας και δεν αφορούν οριζόντια όλους τους καταναλωτές, αλλά αυτούς που μπορούν να διαθέσουν χρήματα.
Πρόσθετο εμπόδιο η διεθνής ενεργειακή συγκυρία
Πρόσθετο εμπόδιο αποτελεί πλέον η διεθνής ενεργειακή συγκυρία. Με το φυσικό αέριο στα 72,77 ευρώ ανά μεγαβατώρα, η πίεση στο κόστος ηλεκτροπαραγωγής είναι ασφυκτική. Στην ελληνική αγορά, όπου οι μονάδες φυσικού αερίου παραμένουν κρίσιμες για την κάλυψη της ζήτησης και συχνά καθορίζουν την οριακή τιμή, μια παρατεταμένη περίοδος ακριβού αερίου μπορεί να εξουδετερώσει μέρος των ελαφρύνσεων που επιχειρεί να δημιουργήσει η κυβέρνηση μέσω των ρυθμιζόμενων χρεώσεων.
Ανάλογη πίεση δημιουργεί το πετρέλαιο στα 90 δολάρια το βαρέλι. Εκτός από τις ευρύτερες πληθωριστικές επιπτώσεις, οι υψηλές διεθνείς τιμές των καυσίμων επηρεάζουν το συνολικό ενεργειακό κόστος και καθιστούν ακόμη πιο δύσκολη την πρόβλεψη ότι οι λογαριασμοί ηλεκτρικού θα είναι κατά 30% χαμηλότεροι σε μια τριετία. Για να το πούμε απλά: η κυβέρνηση μπορεί να παρέμβει στις ΥΚΩ ή να χρηματοδοτήσει επενδύσεις εξοικονόμησης, δεν μπορεί όμως να ελέγξει την πορεία του φυσικού αερίου, του πετρελαίου και των γεωπολιτικών κινδύνων.
Και εδώ εντοπίζεται η μεγαλύτερη αδυναμία του σχεδίου. Ο στόχος του 30% εξαγγέλλεται σε μια αγορά όπου το σημαντικότερο μέρος της αβεβαιότητας βρίσκεται στη χονδρική και στους διεθνείς ενεργειακούς δείκτες και η οποία σύμφωνα με στοιχεία που αναφύονται διαρκώς χαρακτηρίζεται από στρεβλώσεις.
Χαρακτηριστική είναι η έρευνα που διενέργησε προσφάτως η Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων (ΡΑΑΕΥ) για την ασυνήθιστη υποχώρηση της φωτοβολταϊκής παραγωγής σε ώρες υψηλής ηλιοφάνειας τον Αύγουστο ενισχύει τον προβληματισμό. Σε περιόδους κατά τις οποίες η ισχυρή παραγωγή ΑΠΕ θα έπρεπε να πιέζει τις τιμές προς το μηδέν, καταγράφηκαν τιμές ακόμη και κοντά στα 100 ευρώ ανά μεγαβατώρα! Γιατί γίνεται αυτό; Παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι παραγωγοί ενδέχεται να περιορίζουν αυτοβούλως την παραγωγή τους για να αποφύγουν αρνητικές τιμές. Εφόσον αυτό επιβεβαιωθεί, αποδεικνύεται ότι ακόμη και η μεγάλη διείσδυση φθηνής φωτοβολταϊκής παραγωγής δεν μεταφέρεται αυτομάτως στον καταναλωτή.
Σε κάθε περίπτωση, είναι εμφανές πως χωρίς αποτελεσματικότερο έλεγχο της χονδρεμπορικής αγοράς, περισσότερη αποθήκευση, ισχυρότερες διασυνδέσεις, περιορισμό των ρευματοκλοπών και αποκλιμάκωση του κόστους εξισορρόπησης, οι ελαφρύνσεις από τις υπόλοιπες παρεμβάσεις μπορούν εύκολα να εξανεμιστούν ειδικά εάν οι γεωπολιτικές εντάσεις δεν υποχωρήσουν.






