Καθοριστικό ρόλο στην αποκλιμάκωση της τιμής έχει η κυριαρχία των ΑΠΕ, οι οποίες καλύπτουν το 63,23% του ενεργειακού μείγματος, με όγκο 147.967 MWh. Στη δεύτερη θέση βρίσκεται το φυσικό αέριο με 25,13% και 58.807 MWh, ενώ σημαντικά χαμηλότερη είναι η συμμετοχή των μεγάλων υδροηλεκτρικών, στο 5%, και του λιγνίτη, στο 3,85%.
Οι ΑΠΕ της Κρήτης αντιστοιχούν σε επιπλέον 1,49% του μείγματος, ενώ ιδιαίτερα περιορισμένη είναι η συμμετοχή των εισαγωγών, μόλις στο 0,71%, και της αποθήκευσης στο 0,60%. Συνολικά, δηλαδή, οι ανανεώσιμες πηγές καλύπτουν σχεδόν τα δύο τρίτα της ηλεκτροπαραγωγής, περιορίζοντας την ανάγκη για ακριβότερη θερμική παραγωγή.
Η αποκλιμάκωση συνεχίζεται για δεύτερη συνεχόμενη ημέρα, καθώς η μέση τιμή είχε υποχωρήσει ήδη στις 104,46 ευρώ/MWh στις 12 Αυγούστου από 115,78 ευρώ/MWh στις 11 Αυγούστου. Η μέγιστη τιμή για σήμερα διαμορφώνεται στα 173,52 ευρώ/MWh, ενώ η ελάχιστη περνά οριακά σε αρνητικό έδαφος, στα -0,01 ευρώ/MWh.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ότι η ελληνική αγορά κινείται αντίθετα από τη συντριπτική πλειονότητα των ευρωπαϊκών αγορών. Για σήμερα, 13 Αυγούστου, η Ελλάδα καταγράφει πτώση 8%, όταν σε μεγάλο μέρος της Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης οι τιμές κινούνται έντονα ανοδικά. Μεταξύ των χωρών που υποχωρούν βρίσκονται επίσης η Πορτογαλία με -1% και ορισμένες ζώνες της Νορβηγίας με πτώση 2%-3%. Η απόκλιση είναι ιδιαίτερα έντονη σε σχέση με τις γειτονικές και περιφερειακές αγορές. Στη Σλοβενία η τιμή διαμορφώνεται στα 165,65 ευρώ/MWh με άνοδο 14%, στην Ουγγαρία στα 163,69 ευρώ/MWh (+13%) και στη Ρουμανία στα 163,54 ευρώ/MWh (+19%). Στη Βουλγαρία η τιμή φθάνει τα 138,29 ευρώ/MWh με άνοδο 10%, ενώ στην Κροατία τα 164,83 ευρώ/MWh με αύξηση 14%.
Ανοδικά κινούνται και οι μεγάλες αγορές της Κεντρικής Ευρώπης, με τη Γερμανία στα 147,07 ευρώ/MWh, τη Γαλλία στα 154,68 ευρώ/MWh και την Αυστρία στα 161,55 ευρώ/MWh. Έτσι, η ελληνική χονδρεμπορική τιμή βρίσκεται σήμερα περίπου 68 ευρώ/MWh χαμηλότερα από Ουγγαρία και Ρουμανία και σχεδόν 70 ευρώ χαμηλότερα από τη Σλοβενία. Η ανοδική πίεση στις ευρωπαϊκές αγορές συνδέεται με τις υψηλές θερμοκρασίες και τα χαμηλά επίπεδα υδάτων, που περιορίζουν τη διαθεσιμότητα πυρηνικών, ανθρακικών και υδροηλεκτρικών μονάδων σε σειρά χωρών, ενώ ταυτόχρονα αυξάνεται η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας για κλιματισμό. Οι συνθήκες αυτές ενισχύουν την ανάγκη για ακριβότερη ηλεκτροπαραγωγή από φυσικό αέριο, πιέζοντας προς τα πάνω τις χονδρεμπορικές τιμές. Παράλληλα, η μειωμένη παραγωγή από ορισμένες συμβατικές μονάδες περιορίζει τα περιθώρια ευελιξίας των ηλεκτρικών συστημάτων, σε μια περίοδο κατά την οποία η παρατεταμένη ζέστη δοκιμάζει μεγάλο μέρος της Ευρώπης. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ελληνική αγορά διαφοροποιείται, καθώς η υψηλή παραγωγή των ΑΠΕ περιορίζει τη συμμετοχή του φυσικού αερίου στο εγχώριο μείγμα και συμβάλλει στη συγκράτηση της τιμής.





