Γιάννης Τριήρης: Ο Ερντογάν αλλάζει τόνο, όχι πολιτική

Γιάννης Τριήρης: Ο Ερντογάν αλλάζει τόνο, όχι πολιτική
Παρασκευή, 25/09/2026 - 08:08

Ο Ερντογάν μπορεί να αλλάζει τον τόνο του, αλλά αυτό από μόνο του δεν αρκεί για να αλλάξει και η εικόνα των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Η φράση ότι η Ελλάδα δεν είναι εχθρός αλλά γείτονας και σύμμαχος στο ΝΑΤΟ ασφαλώς καταγράφεται. Δεν είναι όμως λόγος για πανηγυρισμούς στην Αθήνα. Όποιος έχει παρακολουθήσει την τουρκική πολιτική τα τελευταία χρόνια γνωρίζει ότι οι πιο ήπιες δηλώσεις δεν αποτελούν πάντοτε προάγγελο μιας διαφορετικής πορείας.

Η ελληνική πλευρά σωστά υποδέχεται τη μείωση της έντασης ως κάτι θετικό. Αλλά χρειάζεται καθαρό μυαλό. Η Τουρκία δεν κρίνεται από μία συνέντευξη ή μία δήλωση του προέδρου της. Κρίνεται από το σύνολο της συμπεριφοράς της και, κυρίως, από το κατά πόσο οι δημόσιες διαβεβαιώσεις της συμβαδίζουν με τις κινήσεις που ακολουθούν.

Και εδώ βρίσκεται η ουσία. Την ώρα που ο Ερντογάν μιλά για ειρήνη και ηρεμία στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, το τουρκικό υπουργείο Άμυνας εκφράζει τις δικές του αντιρρήσεις για δραστηριότητες στην περιοχή. Αυτή η συνύπαρξη διαφορετικών μηνυμάτων δεν επιτρέπει στην Αθήνα να θεωρήσει ότι έχει επέλθει κάποια θεαματική μεταβολή. Επιβάλλει προσεκτική παρακολούθηση.

Η Ελλάδα δεν έχει κανέναν λόγο να απορρίψει τον διάλογο. Έχει όμως ακόμη λιγότερους λόγους να θεωρήσει ότι ο διάλογος αποτελεί από μόνος του λύση. Ο διάλογος έχει νόημα όταν βοηθά να περιοριστούν οι διαφωνίες, να αποσαφηνιστούν οι θέσεις και να αποφευχθούν επικίνδυνες παρεξηγήσεις. Δεν μπορεί να μετατρέπεται σε διαδικασία κατά την οποία η μία πλευρά περιμένει συνεχώς την αντίδραση της άλλης πριν αποφασίσει τι θα κάνει.

Αυτό είναι ίσως το σημείο στο οποίο χρειάζεται μεγαλύτερη προσοχή από την ελληνική κυβέρνηση. Η επιδίωξη της ηρεμίας είναι θεμιτή, αλλά δεν μπορεί να γίνει ο μοναδικός οδηγός της εξωτερικής πολιτικής. Αν κάθε ελληνική πρωτοβουλία εξετάζεται πρωτίστως με βάση το αν θα ενοχλήσει την Άγκυρα, τότε σταδιακά η τουρκική αντίδραση αποκτά μεγαλύτερη σημασία από την ίδια την ελληνική πολιτική.

Δεν χρειάζεται αυτό να οδηγήσει σε αχρείαστες εντάσεις. Το αντίθετο. Η Αθήνα έχει συμφέρον να παραμένει ψύχραιμη, να αποφεύγει τη ρητορική υπερβολή και να διατηρεί ανοικτούς τους διαύλους συνεννόησης. Παράλληλα, όμως, χρειάζεται να γνωρίζει πολύ καλά τι θέλει, τι είναι διατεθειμένη να συζητήσει και πού δεν πρόκειται να αφήσει την τουρκική πλευρά να καθορίσει τις επιλογές της.

Το ζήτημα δεν είναι να απαντά η Ελλάδα σε κάθε τουρκική δήλωση με μια ελληνική δήλωση. Αυτό θα την εγκλώβιζε σε έναν ατελείωτο κύκλο αντιπαράθεσης. Το ζητούμενο είναι κάτι πιο απλό και πιο δύσκολο: να έχει μια σταθερή γραμμή και να μην την αλλάζει κάθε φορά που αλλάζει ο τόνος της Άγκυρας.

Αν ο Ερντογάν εννοεί πράγματι ότι η Τουρκία δεν βλέπει την Ελλάδα ως αντίπαλο, τότε αυτό μπορεί να αποδειχθεί χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία. Με λιγότερες αμφισβητήσεις, λιγότερες κινήσεις που δημιουργούν ένταση και μεγαλύτερη συνέπεια ανάμεσα σε όσα δηλώνονται δημόσια και σε όσα γίνονται στην πράξη.

Αυτό είναι και το σημείο στο οποίο η Αθήνα πρέπει να επιμείνει. Όχι με επιθετική ρητορική και όχι με δημόσιες προκλήσεις, αλλά με μια σταθερή και καθαρή στάση. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να επιλέξει ανάμεσα στη συνεννόηση και στην προάσπιση των θέσεών της. Μπορεί να κάνει και τα δύο, αρκεί να μην αντιμετωπίζει κάθε τουρκική αντίδραση ως λόγο για αναδίπλωση.

Η σημερινή συγκυρία προσφέρει μια ευκαιρία, αλλά όχι ακόμη μια απόδειξη αλλαγής. Η Αθήνα οφείλει να την αξιοποιήσει χωρίς να παρασυρθεί από τις εντυπώσεις. Να συζητήσει, να παρακολουθεί, να απαντά όταν χρειάζεται και να αξιολογεί την τουρκική στάση από τα πραγματικά δεδομένα.

Γιατί τελικά το ζητούμενο δεν είναι να κερδίσει κανείς μια επικοινωνιακή εντύπωση. Είναι να δημιουργηθεί μια σχέση στην οποία η αποκλιμάκωση θα έχει διάρκεια και θα στηρίζεται σε αμοιβαιότητα. Μέχρι να φανεί αυτό στην πράξη, η Αθήνα έχει κάθε λόγο να ακούει τα λόγια του Ερντογάν, αλλά να κρατά μικρό καλάθι.