Οι επενδύσεις αυξάνονται, η ανεργία μειώνεται και οι εργαζόμενοι υποτίθεται ότι βλέπουν το βιοτικό τους επίπεδο να βελτιώνεται. Στην πραγματική οικονομία, όμως, η εικόνα που καταγράφει η ετήσια έκθεση του ΙΝΕ ΓΣΕΕ για το 2026 είναι πολύ διαφορετική: η Ελλάδα εξακολουθεί να αποτελεί μια ευρωπαϊκή εξαίρεση χαμηλών μισθών, περιορισμένης αγοραστικής δύναμης και εργασιακής εξάντλησης.
Ύστερα από επτά χρόνια διακυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη, ο πολυδιαφημισμένος «εκσυγχρονισμός» της αγοράς εργασίας αποδεικνύεται κατώτερος των προσδοκιών. Η κυβέρνηση προβάλλει ως επιτυχία τη μείωση της ανεργίας, αποφεύγοντας ωστόσο να αναδείξει μια κρίσιμη παράμετρο: οι Έλληνες εργάζονται περισσότερες ώρες από τους περισσότερους Ευρωπαίους, χωρίς να αμείβονται αναλόγως.
Τα στοιχεία της έκθεσης είναι αποκαλυπτικά. Την περίοδο 2019-2025, ο μέσος ετήσιος πραγματικός μισθός στην Ελλάδα αυξήθηκε μόλις κατά 0,3%. Πρόκειται ουσιαστικά για στασιμότητα, ειδικά αν ληφθεί υπόψη η έκρηξη του πληθωρισμού τα προηγούμενα χρόνια. Ακόμη πιο απογοητευτική είναι η εικόνα από το 2021 και μετά, καθώς ο πραγματικός μισθός εμφανίζεται μειωμένος κατά 1,3%.
Τι σημαίνουν αυτοί οι αριθμοί; Ότι η μείωση της ανεργίας δεν μεταφράζεται αυτόματα σε βελτίωση της καθημερινότητας. Η αύξηση της απασχόλησης συνοδεύτηκε σε μεγάλο βαθμό από θέσεις εργασίας που αδυνατούν να εξασφαλίσουν αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης. Έτσι, αντί να περιοριστεί το φαινόμενο της εργασιακής φτώχειας, διευρύνθηκε.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ανησυχητική όταν εξετάσει κανείς τους επιμέρους κλάδους της οικονομίας. Στο εμπόριο, τον τουρισμό, την εστίαση και τις μεταφορές, το πραγματικό ωρομίσθιο το 2025 ήταν κατά 25,3% χαμηλότερο σε σχέση με το 2009.
Στην υγεία και την κοινωνική φροντίδα, το πραγματικό ωρομίσθιο υποχώρησε στα 8 ευρώ το 2024, από 9,7 ευρώ το 2019 και 12,5 ευρώ το 2009. Αντίστοιχα, στην εκπαίδευση διαμορφώθηκε στα 10,8 ευρώ το 2024, έναντι 11,5 ευρώ το 2019 και 17,2 ευρώ το 2009.
Οι αριθμοί αυτοί δεν αφορούν απλώς οικονομικούς δείκτες. Αφορούν τους ανθρώπους που στηρίζουν καθημερινά την κοινωνία: εκπαιδευτικούς, υγειονομικούς, εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα και σε κρίσιμες υπηρεσίες. Όταν οι αποδοχές τους παραμένουν τόσο μακριά από τα προ κρίσης επίπεδα, οι κυβερνητικοί πανηγυρισμοί για την πορεία της οικονομίας ακούγονται όλο και πιο αποκομμένοι από την πραγματικότητα.
Παράλληλα, η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει από τις υψηλότερες επιδόσεις στην Ευρώπη ως προς τις ώρες εργασίας. Στο χονδρικό και λιανικό εμπόριο ο μέσος εβδομαδιαίος χρόνος εργασίας ανέρχεται στις 42,3 ώρες, στη μεταποίηση στις 41,7 ώρες, ενώ στον πρωτογενή τομέα φτάνει τις 47,1 ώρες.
Κι όμως, παρά την εντατικοποίηση της εργασίας, η χώρα παραμένει καθηλωμένη στο 68% του μέσου ευρωπαϊκού επιπέδου αγοραστικής δύναμης, έχοντας βελτιώσει τη θέση της μόλις κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες από το 2019. Την ίδια στιγμή, το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ εκτιμάται στα 19.400 ευρώ, όταν ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαμορφώνεται στα 34.110 ευρώ.
Οι συνέπειες αποτυπώνονται στα ελληνικά νοικοκυριά. Το 34,9% των οικογενειών με εξαρτώμενα μέλη δηλώνει ληξιπρόθεσμες οφειλές σε λογαριασμούς κοινής ωφέλειας, ποσοστό σχεδόν τετραπλάσιο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 9,1%.
Παράλληλα, η μακροχρόνια ανεργία εξακολουθεί να αποτελεί δομικό πρόβλημα. Το 56% των ανέργων βρίσκεται εκτός αγοράς εργασίας για περισσότερο από έναν χρόνο, ενώ στις γυναίκες το ποσοστό φτάνει το 59,2%. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση το αντίστοιχο ποσοστό είναι μόλις 31,5%.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι το ίδιο ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας καταγράφεται και στους αποφοίτους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Πρόκειται για μια ένδειξη ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αδυνατεί να αξιοποιήσει αποτελεσματικά το υψηλά καταρτισμένο ανθρώπινο δυναμικό της, αναπαράγοντας το δίλημμα της υποαπασχόλησης ή της μετανάστευσης.
Το συμπέρασμα είναι δύσκολο να αμφισβητηθεί. Η ποσοτική βελτίωση της απασχόλησης δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη ποιοτική αναβάθμιση της εργασίας. Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να βασίζεται σε ένα μοντέλο χαμηλών αμοιβών, υψηλής έντασης εργασίας και περιορισμένης παραγωγικότητας.
Όσο κι αν η κυβέρνηση επιμένει να παρουσιάζει μια εικόνα διαρκούς προόδου, τα στοιχεία δείχνουν ότι για ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας η ανάπτυξη δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε πραγματική ευημερία. Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα πίσω από τους θετικούς μακροοικονομικούς δείκτες: η αίσθηση ότι η χώρα προχωρά, ενώ πολλοί πολίτες παραμένουν καθηλωμένοι στο ίδιο σημείο.






