Γιάννης Τριήρης: Η ομολογία Μητσοτάκη στην πορεία προς τις κάλπες

Γιάννης Τριήρης: Η ομολογία Μητσοτάκη στην πορεία προς τις κάλπες
Παρασκευή, 31/07/2026 - 08:04

Οι τελευταίες οδηγίες του Κυριάκου Μητσοτάκη προς τους υπουργούς του, στο χθεσινό υπουργικό συμβούλιο, το τελευταίο πριν από τις θερινές διακοπές, δεν συνιστούν σχέδιο διακυβέρνησης. Συνιστούν σχέδιο επικοινωνιακής αντεπίθεσης.

Και αυτό από μόνο του αποτελεί ίσως την πιο καθαρή παραδοχή ότι η κυβέρνηση αντιλαμβάνεται πως το πολιτικό της κεφάλαιο έχει φθαρεί σε βαθμό που δεν αναπληρώνεται πλέον με την παραγωγή πολιτικής, αλλά μόνο με την προβολή της.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο πρωθυπουργός δεν έδωσε έμφαση σε νέες μεταρρυθμίσεις ούτε σε συγκεκριμένες λύσεις για τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι πολίτες. Αντίθετα, ζήτησε από τους υπουργούς του να πολλαπλασιάσουν την παρουσία τους στα μέσα ενημέρωσης και, μάλιστα, ιδιαίτερα στα περιφερειακά μέσα, ώστε να υπερασπίζονται συνολικά το κυβερνητικό έργο. Με άλλα λόγια, η προτεραιότητα δεν φαίνεται να είναι η αλλαγή της πραγματικότητας, αλλά η αλλαγή της εικόνας της πραγματικότητας.

Η φράση ότι οι υπουργοί «δεν πρέπει να βγαίνουν μόνο για το χαρτοφυλάκιό τους» είναι ίσως η πιο αποκαλυπτική. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ζητά ουσιαστικά από κάθε κυβερνητικό στέλεχος να λειτουργεί ως εκπρόσωπος Τύπου της κυβέρνησης, επαναλαμβάνοντας το ίδιο αφήγημα σε κάθε τηλεοπτικό ή ραδιοφωνικό μικρόφωνο. Πρόκειται για μια παραδοχή ότι το Μέγαρο Μαξίμου θεωρεί πως η πολιτική μάχη μέχρι τις εκλογές θα κριθεί πρωτίστως στην επικοινωνία και όχι στην ουσία.

Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί συμβαίνει αυτό. Οι δημοσκοπήσεις μπορεί να διατηρούν τη Νέα Δημοκρατία στην πρώτη θέση, όμως απέχουν αισθητά από τα ποσοστά που θα εξασφάλιζαν αυτοδυναμία. Η κοινωνική δυσαρέσκεια για την ακρίβεια, τη στεγαστική κρίση, τις ανισότητες, τα σκάνδαλα, τη λειτουργία του κράτους και τη διαρκή πίεση στα εισοδήματα δεν έχει εξαφανιστεί. Αντίθετα, παραμένει ισχυρή και διαβρώνει σταδιακά την κυβερνητική επιρροή.

Γι' αυτό και ο πρωθυπουργός επιχειρεί να πείσει ακόμη και τους ίδιους τους υπουργούς του ότι «μπορούμε να πάμε πολύ καλύτερα από ό,τι μας δίνουν οι δημοσκοπήσεις» και ότι «ο χρόνος δουλεύει υπέρ μας». Πρόκειται περισσότερο για μήνυμα εμψύχωσης προς ένα κυβερνητικό στρατόπεδο που αντιλαμβάνεται τη φθορά, παρά για αντικειμενική αποτίμηση της πολιτικής πραγματικότητας.

Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η αναφορά ότι πρέπει να αναδειχθούν έργα «τοπικού και περιφερειακού ενδιαφέροντος». Η κυβέρνηση φαίνεται να επενδύει σε μια εκστρατεία περιοδειών, εγκαινίων και προβολής μικρών ή μεγάλων έργων ανά την Ελλάδα, επιδιώκοντας να δημιουργήσει μια εικόνα διαρκούς παραγωγής έργου. Πρόκειται για μια δοκιμασμένη προεκλογική συνταγή, η οποία όμως δύσκολα μπορεί να καλύψει την καθημερινή εμπειρία των πολιτών, όταν αυτή καθορίζεται από το κόστος ζωής, τη φορολογική επιβάρυνση, τις υψηλές τιμές και τη διαρκή ανασφάλεια.

Η αναφορά στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης και στο σχέδιο μέχρι το 2030 ενισχύει ακόμη περισσότερο αυτή την εικόνα. Η κυβέρνηση ζητά ουσιαστικά πίστωση χρόνου για μια ακόμη φορά. Μετά από 7 χρόνια διακυβέρνησης, αντί να λογοδοτεί πρωτίστως για όσα υποσχέθηκε και δεν υλοποίησε, μεταθέτει τη συζήτηση σε νέες εξαγγελίες και σε ένα ακόμη μακροπρόθεσμο σχέδιο. Η υπόσχεση για το μέλλον επιχειρεί να υποκαταστήσει τον απολογισμό του παρόντος.

Το μεγαλύτερο πολιτικό πρόβλημα, όμως, για τον Κυριάκο Μητσοτάκη είναι ότι η επικοινωνία έχει όρια. Όταν η καθημερινότητα διαψεύδει το αφήγημα, καμία τηλεοπτική εμφάνιση και καμία συντονισμένη παρουσία στα μέσα ενημέρωσης δεν αρκεί για να αλλάξει την κοινωνική πραγματικότητα. Οι πολίτες αξιολογούν τελικά τις κυβερνήσεις όχι από τον αριθμό των συνεντεύξεων των υπουργών, αλλά από όσα βλέπουν στον οικογενειακό τους προϋπολογισμό, στις δημόσιες υπηρεσίες, στην υγεία, στην παιδεία και στην ποιότητα της ζωής τους και στο κράτος δικαίου.

Οι οδηγίες του πρωθυπουργού αποκαλύπτουν, τελικά, μια κυβέρνηση που αντιλαμβάνεται ότι η μάχη της επόμενης περιόδου δεν θα δοθεί τόσο με νέες πολιτικές όσο με μια συντονισμένη προσπάθεια διαχείρισης της εικόνας της.

Όταν όμως μια κυβέρνηση καταφεύγει στην επικοινωνία ως κύριο εργαλείο πολιτικής επιβίωσης, είναι συνήθως γιατί γνωρίζει ότι η ίδια η πολιτική της δεν αρκεί πλέον για να πείσει. Και αυτή είναι ίσως η πιο ηχηρή ομολογία αδυναμίας ενόψει της πορείας προς τις κάλπες του 2027.