Στόχος η αύξηση των καταναλωτών από 660.000 σήμερα σε περισσότερους από 1 εκατομμύριο με τη διεύρυνση της πελατειακής βάσης να οδηγεί σε μείωση των τελών χρήσης δικτύου. «Η επέκταση του δικτύου διανομής φυσικού αερίου σε συνδυασμό με την αύξηση του αριθμού των νέων συνδέσεων, άρα και της κατανάλωσης θα οδηγήσει σε μείωση των τελών χρήσης του δικτύου», δήλωσε χθες ο διευθύνων σύμβουλος της Enaon, Gianfranco Amoroso, κατά την παρουσίαση του στρατηγικού σχεδίου ανάπτυξης της εταιρίας για την περίοδο 2026-2032.
Από την πλευρά του ο διευθύνων σύμβουλος της Italgas, μητρικής της Enaon, κ. Paolo Gallo, σημείωσε ότι η εξαγορά των ελληνικών δικτύων διανομής φυσικού αερίου πριν από τέσσερα χρόνια ήταν μια επιτυχημένη επένδυση για τον ιταλικό όμιλο που όπως είπε εξετάζει δυνατότητες επέκτασης και σε άλλες αγορές της Ευρώπης. Πάντως διευκρίνισε ότι δεν είναι στα σχέδια του ομίλου η επέκταση στη διαχείριση των δικτύων νερού στην Ελλάδα, κάτι που έχει κάνει ήδη στην Ιταλία, καθώς και ότι τα κριτήρια της Italagas για τις επενδύσεις της σε νέες αγορές να αφορούν πρώτον χώρα της και κατά δεύτερο λόγο το κανονιστικό πλαίσιο. Τόνισε ότι έως τώρα η Italgas έχει επενδύσει στην Ελλάδα 500 εκατ. ευρώ και το κανονιστικό πλαίσιο που ισχύει στην χώρα ήταν κυρίαρχος παράγοντας στις επιλογές του.
Σε ό,τι αφορά το στρατηγικό σχέδιο της Enaon έως το 2032 από τις συνολικές επενδύσεις του 1 δις ευρώ το μεγαλύτερο μέρος κατεθύνεται στην επέκταση του δικτύου. Σύμφωνα με τα όσα ανακοινώθηκαν ποσό άνω των 640 εκατ ευρώ προορίζεται για την επέκταση του δικτύου με στόχο την πρόσβαση σε περιοχές όπου δεν υπάρχει δίκτυο αλλά και τη δημιουργία των κατάλληλων προϋποθέσεων για την ενσωμάτωση ανανεώσιμων αερίων, όπως το βιομεθάνιο.
Έτσι το έως το 2032 προβλέπεται η κατασκευή πάνω από 2.700 νέων χιλιομέτρων δικτύου, αυξάνοντας τη συνολική ανάπτυξη των υποδομών από περίπου 8.700 χλμ. σε περισσότερα από 11.400 χλμ., με αύξηση των καταναλωτών από περίπου 660.000 σε πάνω από 1 εκατομμύριο έως το 2032.
Περίπου 100 εκατ. ευρώ διατίθενται, για τον ψηφιακό μετασχηματισμό των υποδομών, συμπεριλαμβανομένου του ριζικού επανασχεδιασμού όλων των λειτουργικών διαδικασιών. Έως το τέλος του 2026, το 100% του υφιστάμενου δικτύου, που έχει ήδη ψηφιοποιηθεί, θα παρακολουθείται και θα λειτουργεί εξ αποστάσεως μέσω της πλατφόρμας DANA, ενώ στο δίκτυο της Enaon θα εφαρμοστούν και οι τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης που υιοθετεί η Italgas στην Ιταλία.
Για την ανάπτυξη του βιομεθανίου, η Enaon προβλέπει τη σύνδεση έως και 59 μονάδων παραγωγής βιομεθανίου στα δίκτυά της έως το 2032.
Επίσης προβλέπεται η δημιουργία 19 νέων σταθμών LNG για την εξυπηρέτηση νέων απομακρυσμένων περιοχών ή την αντικατάσταση λιγότερο αποδοτικών εγκαταστάσεων CNG.
Στο στρατηγικό σχέδιο εντάσσεται και η εγκατάσταση έξυπνων μετρητών, για τους οποίους θα διατεθούν περίπου 80 εκατ. ευρώ, συμπεριλαμβανομένης της μετάβασης στην τεχνολογία GPRS και της ψηφιακής καταμέτρησης για τους βιομηχανικούς καταναλωτές.
Η Enaon εγκαθιστά τους έξυπνους μετρητές Nimbus που έχουν αναπτυχθεί από την Italgas και ο οποίος έχει τη δυνατότητα να μετρά, πέραν του φυσικού αερίου, και άλλους τύπους αερίων, όπως το βιομεθάνιο και μείγματα υδρογόνου σε ποσοστό έως 23%. Το σχέδιο προβλέπει την πλήρη αντικατάσταση των συμβατικών μετρητών έως το 2030 και, παράλληλα, όλες οι νέες συνδέσεις μέχρι το 2032 να πραγματοποιούνται με έξυπνους μετρητές. Μέχρι σήμερα έχουν ήδη εγκατασταθεί περίπου 5.000 συσκευές Nimbus.
Σε ό,τι αφορά την περιφερειακή ανάπτυξη, προβλέπονται μεγάλα έργα υποδομών, συγχρηματοδοτούμενα από ίδια κεφάλαια της εταιρείας και πόρους από το ΕΣΠΑ και το ΠΔΕ, τα οποία βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη σε έξι Περιφέρειες της Ελλάδας, αντιπροσωπεύοντας επενδύσεις ύψους περίπου 247 εκατ. ευρώ, η πλειονότητα των οποίων αναμένεται να ολοκληρωθεί κατά τη διετία 2026-2027.
Σε ότι αφορά την αντικατάσταση των καυστήρων πετρελαίου με καυστήρες φυσικού αερίου όπως τονίστηκε στη συνέντευξη τύπου η πρόκληση είναι σημαντική αφού το 55% του κτιριακού αποθέματος της χώρας έχει κατασκευαστεί πριν από το 1980 και παρουσιάζει σημαντικά ελλείμματα θερμομόνωσης, ενώ περισσότερο από το 60% των συστημάτων θέρμανσης κατοικιών έχει υψηλό περιβαλλοντικό αποτύπωμα (47% πετρέλαιο θέρμανσης και 14% ξύλο ή πέλετ). Στο πλαίσιο αυτό, η μετάβαση στο φυσικό αέριο μπορεί να συμβάλει στη μείωση των εκπομπών οξειδίων του αζώτου (NOx): κατά 39% σε σύγκριση με το πετρέλαιο θέρμανσης και κατά 47% σε σύγκριση με το ξύλο και τα πέλετ.






