Είναι η ίδια φράση που ακούγεται εδώ και χρόνια, ανεξάρτητα από το αν η οικονομία καταγράφει υψηλότερα φορολογικά έσοδα, πρωτογενή πλεονάσματα ή υπερβάσεις στους στόχους του προϋπολογισμού. Πρόκειται για ένα επιχείρημα που χρησιμοποιείται αποκλειστικά όταν οι διεκδικήσεις προέρχονται από τους οικονομικά πιο αδύναμους. Όταν όμως πρόκειται για φορολογικές ελαφρύνσεις προς μεγάλες επιχειρήσεις, επενδυτικά κίνητρα, ειδικά καθεστώτα ή κάθε λογής διευκολύνσεις προς ισχυρά οικονομικά συμφέροντα, ο «δημοσιονομικός χώρος» φαίνεται να ανακαλύπτεται ως διά μαγείας.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ήρθαν και οι δηλώσεις του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννη Στουρνάρα, ο οποίος χαρακτήρισε «τρέλα» την επαναφορά της 13ης σύνταξης, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για παροχή χωρίς δημοσιονομικό αντίκρισμα. Μια τοποθέτηση που προκάλεσε εύλογες αντιδράσεις, όχι μόνο για το περιεχόμενό της αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει μια κοινωνική ομάδα που επί δεκαπέντε και πλέον χρόνια σηκώνει δυσανάλογο βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής.
Οι συνταξιούχοι υπέστησαν διαδοχικές μειώσεις στις κύριες και επικουρικές συντάξεις, κατάργηση των δώρων, περικοπές στα μερίσματα, αυξήσεις στις εισφορές υγείας και επιβολή της Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων. Σε πολλές περιπτώσεις οι συνολικές απώλειες ξεπέρασαν το 40%, ενώ η εκτόξευση του πληθωρισμού και της ακρίβειας στα τρόφιμα, στην ενέργεια και στα φάρμακα εξανέμισε ακόμη περισσότερο την αγοραστική τους δύναμη. Οι αριθμοί της οικονομίας μπορεί να ευημερούν στα χαρτιά, όμως χιλιάδες ηλικιωμένοι αναγκάζονται να περιορίζουν ακόμη και βασικές ανάγκες για να ανταποκριθούν στο κόστος ζωής.
Η Ανώτατη Γενική Συνομοσπονδία Συνταξιούχων Ελλάδος υπενθύμισε ότι η λεγόμενη 13η σύνταξη δεν αποτελεί κάποια υπερβολική παροχή, αλλά επιστροφή μόλις του 8,33% των αποδοχών που επί δεκαετίες αποτελούσαν μέρος του ασφαλιστικού συστήματος. Υπενθύμισε επίσης ότι οι ασφαλισμένοι κατέβαλαν εισφορές με δεδομένο ένα σύστημα 14 συντάξεων, ενώ οι περικοπές των μνημονίων άλλαξαν μονομερώς τους όρους του κοινωνικού συμβολαίου. Πρόκειται για μια διάσταση που συστηματικά αποσιωπάται όταν η συζήτηση περιορίζεται σε ψυχρούς δημοσιονομικούς δείκτες.
Το επιχείρημα περί βιωσιμότητας του ασφαλιστικού δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως άλλοθι για τη μονιμοποίηση της φτώχειας των ηλικιωμένων. Η βιωσιμότητα ενός συστήματος δεν κρίνεται μόνο από τους λογιστικούς πίνακες, αλλά και από την ικανότητά του να εξασφαλίζει αξιοπρεπή διαβίωση σε όσους εργάστηκαν και κατέβαλαν εισφορές επί δεκαετίες. Όταν οι συντάξεις υπολείπονται του πραγματικού κόστους ζωής και η ακρίβεια εξανεμίζει κάθε αύξηση, τότε το πρόβλημα δεν είναι οι διεκδικήσεις των συνταξιούχων αλλά οι πολιτικές προτεραιότητες της κυβέρνησης.
Είναι αξιοσημείωτο ότι η επίκληση της δημοσιονομικής πειθαρχίας γίνεται με απόλυτη αυστηρότητα μόνο απέναντι στους συνταξιούχους, στους χαμηλόμισθους και στα ευάλωτα νοικοκυριά. Αντίθετα, για άλλες επιλογές του κράτους η συζήτηση περί κόστους σπανίως αποκτά τον ίδιο τόνο. Τα τελευταία χρόνια έχουν θεσπιστεί σειρά φορολογικών κινήτρων και απαλλαγών για συγκεκριμένες κατηγορίες επιχειρήσεων και επενδύσεων, ενώ καταγράφονται σημαντικές απώλειες δημοσίων εσόδων από ειδικά φορολογικά καθεστώτα. Κανείς τότε δεν μίλησε για «τρέλα» ή για μέτρα χωρίς δημοσιονομικό αντίκρισμα.
Η αντίφαση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη όταν η κυβέρνηση επικαλείται τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα ως απόδειξη της επιτυχίας της οικονομικής πολιτικής. Αν πράγματι τα δημόσια οικονομικά είναι τόσο ισχυρά όσο διακηρύσσεται, τότε η άρνηση ουσιαστικής αποκατάστασης των συνταξιούχων δεν αποτελεί οικονομική αναγκαιότητα αλλά καθαρή πολιτική επιλογή. Τα πλεονάσματα άλλωστε δεν δημιουργούνται σε κοινωνικό κενό. Δημιουργούνται και από τις θυσίες εκείνων που είδαν το εισόδημά τους να συρρικνώνεται δραματικά όλα τα προηγούμενα χρόνια.
Κανείς δεν υποστηρίζει ότι η δημοσιονομική σταθερότητα είναι αδιάφορη. Η Ελλάδα πλήρωσε ακριβά τα λάθη του παρελθόντος και κανείς δεν επιθυμεί την επιστροφή σε συνθήκες δημοσιονομικής εκτροπής. Άλλο όμως η υπεύθυνη διαχείριση και άλλο η διαρκής επίκλησή της ως πρόσχημα για να αποκλείονται οι συνταξιούχοι από κάθε ουσιαστική αποκατάσταση των απωλειών τους. Η οικονομική πολιτική δεν μπορεί να είναι αυστηρή μόνο για όσους δεν διαθέτουν ισχυρή διαπραγματευτική δύναμη και γενναιόδωρη απέναντι σε όσους έχουν πρόσβαση στα κέντρα λήψης αποφάσεων.
Στο τέλος της ημέρας, το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχουν πόροι. Το πραγματικό ερώτημα είναι πού επιλέγει μια κυβέρνηση να τους κατευθύνει. Και όσο η μόνιμη απάντηση προς τους συνταξιούχους θα είναι ότι «δεν υπάρχουν χρήματα», την ώρα που για άλλες προτεραιότητες τα ταμεία βρίσκονται πάντα ανοικτά, η επίκληση του δημοσιονομικού χώρου θα μοιάζει ολοένα και περισσότερο με αυτό που πραγματικά είναι: προφάσεις εν αμαρτίαις.






