Γιάννης Τριήρης: Η ψευδαίσθηση των ρεκόρ της «βαριάς βιομηχανίας» μας

Γιάννης Τριήρης: Η ψευδαίσθηση των ρεκόρ της «βαριάς βιομηχανίας» μας
Τρίτη, 07/07/2026 - 08:04

Τα τελευταία χρόνια, η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει εθιστεί σε μια εύκολη θριαμβολογία, μετρώντας κεφάλια, μιλώντας για νέα ρεκόρ αφίξεων στα αεροδρόμια και βαφτίζοντας την ποσοτική αύξηση των τουριστών ως τεκμήριο μιας δήθεν επιτυχημένης οικονομικής πολιτικής.

Ο τουρισμός, η περιβόητη «βαριά βιομηχανία» της χώρας, παρουσιάζεται από το κυβερνητικό επιτελείο ως ένα αστείρευτο Ελντοράντο, ικανό να χρηματοδοτεί επ' αόριστον το ελληνικό ΑΕΠ και να καλύπτει τις δομικές αδυναμίες της χώρας.

Τα τελευταία καλοκαίρια, όμως η εικόνα είναι αν μη τι άλλο ανησυχητική. Όσα έρχονται στο φως της δημοσιότητας για την πορεία της αγοράς αποκαλύπτουν μια «αιμορραγία» στην κατανάλωση, η οποία αγγίζει το 14% σε απώλειες τζίρου τη διετία 2025-2026 για τους κλάδους που ζουν από τον επισκέπτη.

Τα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ εκθέτουν το οικονομικό αφήγημα του Πρωθυπουργού, καθώς ο κύκλος εργασιών της εστίασης, που αποτελεί τον κατεξοχήν καθρέφτη της τουριστικής κατανάλωσης, διαμορφώθηκε στα 10,73 δισ. ευρώ το 2025, καταγράφοντας μείωση 3,4% σε σχέση με τα 11,3 δισ. ευρώ του 2024. Η υποχώρηση αυτή, σύμφωνα πάντα με την ΕΛΣΤΑΤ, μεταφράζεται σε απώλειες περίπου 570 εκατομμυρίων ευρώ σε μόλις έναν χρόνο, ενώ το πρώτο τρίμηνο του 2026 ο τζίρος έκανε νέα βουτιά κατά 1,9% σε ονομαστικούς όρους.

Αν συνυπολογίσει κανείς ότι οι τιμές έχουν αυξηθεί σωρευτικά λόγω του επίμονου πληθωρισμού –τον οποίο η κυβέρνηση Μητσοτάκη αδυνατεί να τιθασεύσει–, η πραγματική μείωση του όγκου κατανάλωσης είναι σημαντική. Με απλά λόγια, οι τουρίστες έρχονται, αλλά δεν ξοδεύουν.

Το τουριστικό προϊόν της χώρας έχει υποβαθμιστεί ποιοτικά, εξαιτίας των επιλογών της κυβέρνησης, αλλά σε πολλές περιπτώσεις και της τοπικής αυτοδιοίκησης, που δεν φροντίζουν ούτε τα αυτονόητα, όπως να εκσυγχρονίσουν τις αναγκαίες υποδομές (δίκτυα νερού, ενέργειας, αποκομιδή σκουπιδιών), υποβαθμίζοντας την ποιότητα του τουριστική μας προϊόντος.

Την ίδια στιγμή, η υπερφορολόγηση και η εισαγόμενη αλλά και εγχώρια ακρίβεια έχουν καταστήσει την Ελλάδα έναν προορισμό ακριβό για αυτά που προσφέρει. Οι εύποροι ταξιδιώτες επιλέγουν πλέον εναλλακτικές μεσογειακές χώρες με καλύτερη σχέση ποιότητας-τιμής κι εμείς ξεμένουμε με έναν μαζικό, χαμηλού προϋπολογισμού τουρισμό.

Απέναντι σε αυτή τη δομική μετατόπιση της αγοράς, η απάντηση του οικονομικού επιτελείου του Κυριάκου Μητσοτάκη εξαντλείται στην απόλυτη αδράνεια για τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα και μια στυγνή εισπρακτική εμμονή.

Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις βρίσκονται εγκλωβισμένες σε μέγγενη. Από τη μία πλευρά βλέπουν τον τζίρο τους να συρρικνώνεται και από την άλλη το λειτουργικό τους κόστος, ενέργεια, πρώτες ύλες, ενοίκια, μισθοί, να έχει εκτιναχθεί πάνω από 40% τη διετία.

Δυστυχώς τα πράγματα στον ελληνικό τουρισμό και κατ’ επέκταση στην ελληνική οικονομία δεν είναι ρόδινα, όσο κι αν προσπαθούν τα κυβερνητικά στελέχη να ωραιοποιήσουν την κατάσταση.

Το αφήγημα του «success story» της κυβέρνησης Μητσοτάκη, που βασίζεται αποκλειστικά στις ονομαστικές αφίξεις στα αεροδρόμια, παρουσιάζει πλέον βαθιές, δομικές ρωγμές. Όταν η «βαριά βιομηχανία» της χώρας παράγει λιγότερο πλούτο, η ζημιά διαχέεται άμεσα σε όλη την αλυσίδα, στους εργαζόμενους, στους παραγωγούς, στους προμηθευτές και τελικά, στα ίδια τα δημόσια έσοδα.

Αν η κυβέρνηση συνεχίσει να στρέφει το βλέμμα της μόνο στις στατιστικές των αεροδρομίων, αγνοώντας τις άδειες καρέκλες των καταστημάτων, θα βρεθεί πολύ σύντομα προ εκπλήξεως. Μόνο που τότε, η ζημιά για την ελληνική οικονομία θα είναι πλέον μη αναστρέψιμη και η πολιτική ευθύνη θα βαρύνει αποκλειστικά το Μέγαρο Μαξίμου.