Σχεδόν 70% πάνω από τα προ κρίσης επίπεδα οι λιανικές τιμές του φυσικού αερίου στην Ευρώπη

Σχεδόν 70% πάνω από τα προ κρίσης επίπεδα οι λιανικές τιμές του φυσικού αερίου στην Ευρώπη
Πέμπτη, 30/07/2026 - 08:03

Μπορεί οι διεθνείς τιμές του φυσικού αερίου να έχουν αποκλιμακωθεί σημαντικά από τα ιστορικά υψηλά της ενεργειακής κρίσης, όμως οι Ευρωπαίοι καταναλωτές εξακολουθούν να πληρώνουν ακριβά την ενέργεια. Η επιστροφή στα προ κρίσης επίπεδα παραμένει μακρινή, καθώς οι λιανικές τιμές του φυσικού αερίου διατηρούνται σημαντικά υψηλότερες σε σχέση με την περίοδο πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Αυτό προκύπτει από έκθεση του ACER, σύμφωνα με την οποία το 2025 οι τιμές λιανικής του φυσικού αερίου παρέμειναν σχεδόν 70% υψηλότερες από τα επίπεδα της τιμής πριν το ξέσπασμα του πολέμου Ρωσίας- Ουκρανίας το 2022. Μάλιστα σύμφωνα με τον ACER το 2025, ένα μέσο ευρωπαϊκό νοικοκυριό δαπάνησε περίπου 840 ευρώ για ηλεκτρική ενέργεια και 1.170 ευρώ για φυσικό αέριο.

Η έκθεση καταγράφει επίσης μικρή αύξηση στην κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου από τα νοικοκυριά, εξέλιξη που, σύμφωνα με τον ACER, αναδεικνύει την ανάγκη ενίσχυσης της ενεργού συμμετοχής των καταναλωτών στη διαχείριση της ενεργειακής τους κατανάλωσης.

Ο Ευρωπαίος ρυθμιστής στην έκθεσή του κάνει αναφορά και στα σταθερά τιμολόγια. Όπως αναφέρει τα σταθερά τιμολόγια εξακολουθούν να κυριαρχούν στην αγορά. Περίπου το 52% των οικιακών καταναλωτών ηλεκτρικής ενέργειας διατηρεί συμβόλαια σταθερής τιμής και συγκεκριμένης διάρκειας, ενώ μόλις το 7% έχει επιλέξει δυναμικά τιμολόγια που συνδέονται με τις διακυμάνσεις της αγοράς.

Η εικόνα αυτή, σύμφωνα με τον ευρωπαϊκό οργανισμό, αποτυπώνει το μεγάλο περιθώριο που εξακολουθεί να υπάρχει για την αξιοποίηση της ευελιξίας από την πλευρά της ζήτησης.

Σε ό,τι αφορά την εγκατάσταση έξυπνων μετρητών κάθε χώρα ακολουθεί διαφορετική πορεία ωστόσο κατά μέσο όρο στην Ευρώπη, το 66% των οικιακών καταναλωτών διαθέτει έξυπνο μετρητή. Σε αρκετά κράτη-μέλη η διείσδυση υπερβαίνει το 80%, ενώ σε άλλες χώρες παραμένει κάτω από το 20%, περιορίζοντας τη δυνατότητα των καταναλωτών να προσαρμόζουν σε πραγματικό χρόνο την κατανάλωσή τους και να αξιοποιούν νέα ενεργειακά προϊόντα και υπηρεσίες.

Παράλληλα με τα στοιχεία αυτά που συμβάλουν στην καταγραφή της εικόνας των ευρωπαϊκών αγορών λιανικών ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου, ο ACER εξετάζει αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας των ευρωπαϊκών αγορών ηλεκτρικής ενέργειας. Μάλιστα έχει λάβει ήδη από όλους τους φορείς λειτουργίας της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας (Χρηματιστήρια και Διαχειριστές, Nominated Electricity Market Operators – NEMOs) προτάσεις τροποποίησης της μεθοδολογίας που διέπει τη σύζευξη των τιμών, τον αλγόριθμο συνεχούς αντιστοίχισης συναλλαγών και τις ενδοημερήσιες δημοπρασίες.

Η συγκεκριμένη μεθοδολογία, η οποία θεσπίστηκε στο πλαίσιο του Κανονισμού για την Κατανομή Δυναμικότητας και τη Διαχείριση Συμφόρησης (CACM), αποτελεί το κοινό πλαίσιο λειτουργίας των αλγορίθμων που χρησιμοποιούνται για την ταυτόχρονη αντιστοίχιση των προσφορών στις αγορές επόμενης ημέρας και ενδοημερήσιας αγοράς, καθώς και για την κατανομή της διασυνοριακής μεταφορικής ικανότητας στην ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρισμού. Η ισχύουσα μεθοδολογία είχε εγκριθεί από την ACER τον Ιούλιο του 2018 και έχει ήδη αναθεωρηθεί τον Ιανουάριο του 2020 και τον Σεπτέμβριο του 2024.

Οι τροποποιήσεις που προτείνουν οι NEMOs αποσκοπούν στην αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των διασυνοριακών ανταλλαγών ηλεκτρικής ενέργειας, στη μεγιστοποίηση του οικονομικού οφέλους για την αγορά και στη διατήρηση της ασφαλούς λειτουργίας του ηλεκτρικού συστήματος. Μεταξύ άλλων προβλέπεται η εισαγωγή τριών ενδοημερήσιων δημοπρασιών με χρήση της μεθόδου υπολογισμού δυναμικότητας flow-based, ο καθορισμός συγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος για την εφαρμογή της συγκεκριμένης μεθόδου στις ενδοημερήσιες δημοπρασίες, καθώς και η αναθεώρηση της προθεσμίας δημοσίευσης των αποτελεσμάτων της ενιαίας σύζευξης της αγοράς επόμενης ημέρας.

Οι ενδιαφερόμενοι φορείς μπορούν να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους έως τις 31 Αυγούστου 2026 στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης ενώ ο ACER αναμένεται να λάβει την τελική της απόφαση επί της προτεινόμενης μεθοδολογίας έως τις 21 Ιανουαρίου 2027.