Ο Χρήστος Γιαννούλης υπογράμμισε ότι η ανάγκη για ορθολογική διαχείριση των υδάτινων πόρων, αντιμετώπιση της λειψυδρίας και περιορισμό της σπατάλης είναι δεδομένη, επισημαίνοντας ωστόσο ότι το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν αυτός είναι πράγματι ο σκοπός και το αποτέλεσμα του συγκεκριμένου νομοσχεδίου.
«Υπάρχουν ζητήματα υποδομών και δημόσια κοινωνικά δημοκρατικά αγαθά, όπως το νερό, που διαπερνούν τις θητείες των κυβερνήσεων και ακόμη και τις ιδεολογικές αντιλήψεις», σημείωσε, προειδοποιώντας όμως για τον κίνδυνο υπερσυγκέντρωσης της διαχείρισης σε ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ χωρίς επαρκές και ξεκάθαρο σχέδιο.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην απουσία κρίσιμων θεσμικών φορέων από τη διαβούλευση, μεταξύ των οποίων η ΚΕΔΕ και η αρμόδια Ρυθμιστική Αρχή, αλλά και στις σοβαρές επιφυλάξεις που εξέφρασαν εκπρόσωποι της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα της απόστασης μεταξύ κυβερνητικών σχεδιασμών και πραγματικότητας έφερε ξανά την κατάσταση στον πρώην Δήμο Μυγδονίας, στον σημερινό Δήμο Ωραιοκάστρου.
«Από το 2022 έως το 2026, 10.000 συμπολίτες μας ζουν με τη βάσανο ότι από τη βρύση τους έρχεται νερό επιβαρυμένο λόγω των γεωτρήσεων. Υπάρχουν άνθρωποι που το πρωί πλένουν το πρόσωπό τους με εμφιαλωμένο νερό», τόνισε.
Υπενθύμισε ότι το μνημόνιο συνεργασίας με την ΕΥΑΘ, που είχε συμφωνηθεί το 2022 προκειμένου να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα, δεν υλοποιήθηκε, με αποτέλεσμα η ταλαιπωρία των κατοίκων να συνεχίζεται.
«Η ευθύνη της ΕΥΑΘ, παρά τις πομπώδεις εξαγγελίες για αναπτυξιακά σχέδια, κρίνεται εκ του αποτελέσματος στο πεδίο», υπογράμμισε και κατέληξε:
«Αν από το 2022 μέχρι το 2026 δεν κατέστη δυνατό να λυθεί το πρόβλημα για αυτούς τους ανθρώπους, εύλογα αναρωτιόμαστε τι θα συμβεί όταν εφαρμοστεί αυτό το φιλόδοξο σχέδιο συνενώσεων σε αντίστοιχες περιοχές ολόκληρης της χώρας. Για το νομοσχέδιο έχουμε πολύ σοβαρές ενστάσεις».





