Γιάννης Τριήρης: Στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τη Δημόσια Παιδεία δεύτερης κατηγορίας

Γιάννης Τριήρης: Στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τη Δημόσια Παιδεία δεύτερης κατηγορίας
Πέμπτη, 09/07/2026 - 08:11

Όταν μια κυβέρνηση επιλέγει να επενδύει το μεγαλύτερο μέρος του πολιτικού της κεφαλαίου στη δημιουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων, ενώ τα δημόσια σχολεία εξακολουθούν να λειτουργούν με χιλιάδες αδικημένους συμβασιούχους εκπαιδευτικούς, σοβαρές ελλείψεις μόνιμου προσωπικού και κτίρια αχούρια και σε κάποιες περιπτώσεις και επικίνδυνα, είναι δύσκολο να υποστηρίξει κανείς ότι η δημόσια Παιδεία αποτελεί πραγματική κυβερνητική προτεραιότητα.

Και αυτό έρχεται να το επιβεβαιώσει με τον πλέον επίσημο τρόπο, η απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να παραπέμψει την Ελλάδα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις διακρίσεις σε βάρος των συμβασιούχων εκπαιδευτικών, γεγονός που αποτελεί μια σοβαρή πολιτική μομφή για τους κυβερνητικούς χειρισμούς στην Παιδεία.

Δεν πρόκειται για μια τυπική ευρωπαϊκή διαδικασία. Είναι η διαπίστωση ότι η κυβέρνηση δεν έχει διαμορφώσει ένα θεσμικό πλαίσιο που να διασφαλίζει ίση μεταχείριση σε χιλιάδες εκπαιδευτικούς, οι οποίοι επί χρόνια κρατούν όρθια τα δημόσια σχολεία της χώρας.

Η Κομισιόν ήταν ξεκάθαρη. Το ελληνικό δίκαιο εξακολουθεί να προβλέπει δυσμενέστερους όρους για τους εκπαιδευτικούς ορισμένου χρόνου σε σχέση με τους μόνιμους συναδέλφους τους, ακόμη και σε θεμελιώδη εργασιακά δικαιώματα, όπως η άδεια μητρότητας και η αναρρωτική άδεια. Οι εξηγήσεις που έδωσε η ελληνική κυβέρνηση κρίθηκαν ανεπαρκείς και έτσι η υπόθεση οδηγείται πλέον στο ανώτατο ευρωπαϊκό δικαστήριο.

Κι όμως, είναι ακριβώς αυτοί οι άνθρωποι που κάθε Σεπτέμβριο καλούνται να καλύψουν τις τεράστιες ανάγκες της δημόσιας εκπαίδευσης. Είναι οι αναπληρωτές που μετακομίζουν εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από τις οικογένειές τους, πληρώνουν υπέρογκα ενοίκια, αλλάζουν τόπο ζωής κάθε χρόνο και εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται ως εκπαιδευτικοί δεύτερης κατηγορίας.

Το ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι αυτή η κατάσταση δεν αποτελεί εξαίρεση αλλά τον κανόνα. Κάθε σχολική χρονιά το υπουργείο Παιδείας προχωρά σε δεκάδες χιλιάδες προσλήψεις αναπληρωτών για να καλύψει πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Παρ' όλα αυτά, τα σχολεία ανοίγουν σχεδόν κάθε χρόνο με χιλιάδες λειτουργικά κενά, με ελλείψεις στην ειδική αγωγή, στα ολοήμερα σχολεία και σε πολλές απομακρυσμένες περιοχές της χώρας. Το γεγονός ότι μετά από επτά χρόνια διακυβέρνησης Μητσοτάκη, εξακολουθούν να υπάρχουν τα ίδια προβλήματα αποδεικνύει ότι δεν πρόκειται για μια προσωρινή δυσλειτουργία αλλά για μια πολιτική που έχει αποδεχθεί την υποστελέχωση ως κανονικότητα.

Το πρόβλημα όμως δεν περιορίζεται στους εκπαιδευτικούς. Σε πολλές περιοχές της χώρας οι γονείς εξακολουθούν να στέλνουν τα παιδιά τους σε σχολικά κτίρια δεκαετιών που δεν έχουν συντηρηθεί επαρκώς. Πεσμένοι σοβάδες από ταβάνια, αίθουσες με υγρασία, ανεπαρκής θέρμανση κατά τους χειμερινούς μήνες, απαρχαιωμένες ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις και σοβαρές ελλείψεις συντήρησης συνθέτουν μια εικόνα που απέχει πολύ από αυτήν που θα άρμοζε σε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου αποκολλήσεις σοβάδων, προβλήματα στατικότητας ή σοβαρές φθορές ανάγκασαν δήμους και διευθύνσεις εκπαίδευσης να προχωρήσουν σε έκτακτες παρεμβάσεις προκειμένου να διασφαλιστεί η ασφάλεια μαθητών και εκπαιδευτικών.

Είναι αδιανόητο να γίνεται λόγος για «εκσυγχρονισμό της Παιδείας», όταν σε αρκετές σχολικές μονάδες το αυτονόητο παραμένει ζητούμενο. Όταν η συζήτηση δεν αφορά μόνο την ποιότητα της διδασκαλίας και τις νέες τεχνολογίες, αλλά το αν υπάρχουν καθηγητές για όλα τα μαθήματα, αν λειτουργεί η θέρμανση και αν οι μαθητές κάνουν μάθημα σε ασφαλείς αίθουσες.

Η δημόσια Παιδεία δεν μπορεί να στηρίζεται σε ημίμετρα και εργαζόμενους δύο ταχυτήτων. Δεν μπορεί να υπάρξει ποιοτική εκπαίδευση όταν οι συμβασιούχοι αντιμετωπίζονται με άνισους όρους και καλούνται κάθε χρόνο να ζουν σε καθεστώς επαγγελματικής αβεβαιότητας. Δεν μπορεί να υπάρξει σύγχρονο δημόσιο σχολείο όταν οι πάγιες ανάγκες καλύπτονται με προσωρινές συμβάσεις και οι σχολικές υποδομές παραμένουν για χρόνια χωρίς την αναγκαία αναβάθμιση.

Η λύση είναι αυτονόητη. Η κυβέρνηση οφείλει να προχωρήσει σε ένα γενναίο πρόγραμμα μαζικών μόνιμων προσλήψεων εκπαιδευτικών, ώστε να καλυφθούν οριστικά όλες οι πάγιες και διαρκείς ανάγκες της δημόσιας εκπαίδευσης. Οφείλει να αποκαταστήσει πλήρως τα εργασιακά δικαιώματα των αναπληρωτών, βάζοντας τέλος στις διακρίσεις που οδήγησαν μέχρι και στην παραπομπή της χώρας στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και, ταυτόχρονα, οφείλει να υλοποιήσει ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα ανακατασκευής, ενεργειακής αναβάθμισης και συντήρησης των σχολικών μονάδων, ώστε κανένας μαθητής και κανένας εκπαιδευτικός να μη βρίσκεται αντιμέτωπος με εικόνες εγκατάλειψης και ανασφάλειας.

Η Παιδεία δεν είναι πεδίο επικοινωνιακών εντυπώσεων ούτε ιδεολογικών εμμονών. Είναι η σημαντικότερη δημόσια επένδυση μιας χώρας. Και όσο η κυβέρνηση επιλέγει να διαθέτει το πολιτικό της κεφάλαιο στην προώθηση των ιδιωτικών πανεπιστημίων, αφήνοντας τα δημόσια σχολεία να λειτουργούν με χιλιάδες συμβασιούχους, ελλείψεις προσωπικού και υποδομές που συχνά δοκιμάζουν τα όρια της ασφάλειας, τόσο θα ενισχύεται η πεποίθηση ότι η δημόσια εκπαίδευση δεν βρίσκεται στο επίκεντρο των πολιτικών της επιλογών. Γιατί η πραγματική στήριξη της Παιδείας δεν αποδεικνύεται με εξαγγελίες. Αποδεικνύεται με μόνιμους εκπαιδευτικούς, σύγχρονα και ασφαλή σχολεία και ίσες ευκαιρίες για όλους. Και σε αυτά, η κυβέρνηση εξακολουθεί να έχει πολύ δρόμο μπροστά της.