Γιάννης Τριήρης: Μπορούν οι «δεδομένοι» να διασφαλίσουν το εθνικό συμφέρον;

Γιάννης Τριήρης: Μπορούν οι «δεδομένοι» να διασφαλίσουν το εθνικό συμφέρον;
Τετάρτη, 08/07/2026 - 08:06

Οι εικόνες από τη συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Άγκυρα δεν μπορούν να περάσουν απαρατήρητες. Θερμή υποδοχή, δημόσιες φιλοφρονήσεις, αναφορές σε «πολύ καλή χημεία» και «ισχυρό ηγέτη», εξαγγελία για άρση των κυρώσεων CAATSA και ανοιχτό παράθυρο για τα μαχητικά F-35. Πρόκειται για εξελίξεις που, εφόσον υλοποιηθούν, θα σηματοδοτήσουν μια σημαντική αναβάθμιση των αμερικανοτουρκικών σχέσεων.

Το ενδιαφέρον, όμως, για την Ελλάδα δεν βρίσκεται μόνο στις αμερικανικές αποφάσεις. Βρίσκεται κυρίως στο τι διδάσκουν αυτές για την άσκηση εξωτερικής πολιτικής και για τον τρόπο με τον οποίο οι χώρες προασπίζονται τα συμφέροντά τους στο διεθνές περιβάλλον.

Η Τουρκία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δεν υπήρξε ποτέ ο «ιδανικός σύμμαχος» της Δύσης. Η Άγκυρα προχώρησε στην αγορά των ρωσικών αντιαεροπορικών συστημάτων S-400 παρά τις έντονες αμερικανικές αντιδράσεις, διατηρεί ακόμη το συγκεκριμένο οπλικό σύστημα, ακολουθεί συχνά αυτόνομη πορεία στη Μέση Ανατολή και διατηρεί ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας με χώρες που βρίσκονται σε αντιπαράθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Πρόσφατα, μάλιστα, υψηλόβαθμη τουρκική κυβερνητική αντιπροσωπεία βρέθηκε στο Ιράν για την κηδεία του Αλί Χαμενεΐ, σε μια περίοδο κατά την οποία η Τεχεράνη βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση με την Ουάσιγκτον.

Παρ’ όλα αυτά, η αμερικανική κυβέρνηση –και προσωπικά ο Ντόναλντ Τραμπ– όχι μόνο δεν διαρρηγνύει τις σχέσεις με την Άγκυρα, αλλά εμφανίζεται να επιδιώκει τη διατήρηση και ενίσχυσή τους. Ο Αμερικανός πρόεδρος μιλά δημόσια με ιδιαίτερα θετικά λόγια για τον Ερντογάν, τον χαρακτηρίζει «ισχυρό ηγέτη», δηλώνει ότι δεν επιθυμεί να επιβάλλει κυρώσεις σε «φίλους» και αφήνει ανοικτό ακόμη και το ενδεχόμενο επιστροφής της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35.

Το μήνυμα που προκύπτει είναι σαφές: στην παγκόσμια διπλωματία οι σχέσεις δεν καθορίζονται μόνο από το ποιος ακολουθεί περισσότερο πιστά τις επιθυμίες μιας μεγάλης δύναμης, αλλά και από το ποιος διαθέτει γεωπολιτικό βάρος, διαπραγματευτικά εργαλεία και τη δυνατότητα να υπερασπίζεται τα δικά του συμφέροντα.

Το ερώτημα, λοιπόν, είναι αναπόφευκτο: μπορεί μια χώρα να προασπίσει αποτελεσματικά τα εθνικά της συμφέροντα όταν εμφανίζεται ως ο «δεδομένος» σύμμαχος μιας μεγάλης δύναμης; Ή μήπως, στη διεθνή πολιτική, μεγαλύτερη αξία έχει η δυνατότητα άσκησης αυτόνομης και πολυδιάστατης διπλωματίας;

Η υπόθεση των F-35 αναδεικνύει ακόμη μια κρίσιμη παράμετρο για την ελληνική πλευρά. Την ώρα που διεθνή αλλά και ελληνικά μέσα ενημέρωσης αναδεικνύουν ως ένα από τα σημαντικότερα εμπόδια για την επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 τις αντιρρήσεις του Ισραήλ και προσωπικά του Μπενιαμίν Νετανιάχου, προκαλεί προβληματισμό το γεγονός ότι η Ελλάδα –μια χώρα που έχει άμεσο και ζωτικό ενδιαφέρον για την ισορροπία δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο– εμφανίζεται να κρατά εξαιρετικά χαμηλούς τόνους.

Δεν είναι εύκολο να εξηγηθεί γιατί η Αθήνα επιλέγει τη σιωπή ή μια ιδιαίτερα προσεκτική στάση απέναντι σε μια εξέλιξη που αφορά άμεσα την ασφάλειά της, όταν η Άγκυρα εξακολουθεί να αποτελεί τη σημαντικότερη απειλή για την Ελλάδα. Η Τουρκία δεν είναι απλώς ένας ακόμη σύμμαχος στο ΝΑΤΟ, αλλά μια χώρα με διαρκείς διεκδικήσεις στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο και ένα ιστορικό έντασης που δεν μπορεί να αγνοηθεί.

Η Ελλάδα ασφαλώς δεν μπορεί να καθορίζει τις αμερικανικές αποφάσεις ούτε να υιοθετεί μια πολιτική παρεμπόδισης κάθε τουρκικής εξέλιξης. Ωστόσο, η υπεράσπιση των ελληνικών συμφερόντων απαιτεί ενεργή διπλωματική παρουσία, έγκαιρη ανάδειξη των ελληνικών θέσεων και αξιοποίηση όλων των διαθέσιμων καναλιών επιρροής. Η διαφορά ανάμεσα σε μια χώρα που είναι αξιόπιστος σύμμαχος και σε μια χώρα που θεωρείται «δεδομένη» είναι ακριβώς η ικανότητά της να διεκδικεί, να διαπραγματεύεται και να υπενθυμίζει διαρκώς τα δικά της συμφέροντα.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, δρώντας ως «βασιλικότερος του βασιλέως» επέλεξε από την πρώτη στιγμή μια πολιτική πλήρους ταύτισης με τις αμερικανικές και ευρωατλαντικές επιλογές. Σε κάθε κρίσιμο ζήτημα, η Αθήνα βρέθηκε στην πρώτη γραμμή στήριξης των δυτικών αποφάσεων, καλλιεργώντας την εικόνα ενός αξιόπιστου μεν, αλλά και απολύτως προβλέψιμου δε, συμμάχου.

Η επιλογή αυτή, σύμφωνα με την κυβερνητική επιχειρηματολογία, θα ενίσχυε το διεθνές αποτύπωμα της χώρας και θα εξασφάλιζε σημαντικά ανταλλάγματα στα ζητήματα που αφορούν τα εθνικά συμφέροντα.

Ωστόσο, η πραγματικότητα που διαμορφώνεται δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για το αν η πολιτική αυτή έχει αποδώσει τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Την ώρα που η Ελλάδα ακολουθεί σταθερά μια γραμμή πλήρους ευθυγράμμισης με τις αμερικανικές επιλογές, η Ουάσιγκτον εμφανίζεται έτοιμη να αποκαταστήσει τις σχέσεις της με την Τουρκία, παρά τις σοβαρές διαφωνίες του παρελθόντος και παρά κινήσεις της Άγκυρας που είχαν προκαλέσει έντονες αντιδράσεις.

Την ίδια στιγμή, η ελληνική διπλωματία εμφανίζεται να έχει περιορίσει σημαντικά τα περιθώρια ελιγμών της. Η ιδιαίτερα σκληρή ρητορική απέναντι στη Ρωσία και η επιλογή να χαρακτηριστεί η Μόσχα ως εχθρική δύναμη περιόρισαν τους διαθέσιμους διαύλους επικοινωνίας.

Και αυτό συμβαίνει σε μια περίοδο κατά την οποία ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ, παρά τη στρατιωτική στήριξη προς την Ουκρανία, επιλέγει να συνομιλεί με τον Βλαντίμιρ Πούτιν, αναγνωρίζοντας ότι ακόμη και με έναν αντίπαλο οι δίαυλοι επικοινωνίας αποτελούν εργαλείο άσκησης επιρροής και όχι ένδειξη αδυναμίας.

Το παράδειγμα της Τουρκίας δείχνει ότι μια χώρα μπορεί να διατηρεί σχέσεις με διαφορετικά κέντρα ισχύος, να υπερασπίζεται με σκληρό τρόπο τα δικά της συμφέροντα και ταυτόχρονα να παραμένει ένας σημαντικός συνομιλητής για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Άγκυρα δεν θεωρείται «δεδομένη»· θεωρείται χρήσιμη και υπολογίσιμη.

Η διεθνής πολιτική δεν λειτουργεί με όρους συναισθημάτων ούτε με λογικές απόλυτης πίστης. Λειτουργεί με βάση τα εθνικά συμφέροντα. Τα κράτη που κατορθώνουν να μεγιστοποιούν την επιρροή τους είναι συνήθως εκείνα που διατηρούν ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας με όσο το δυνατόν περισσότερους συνομιλητές, χωρίς να εγκλωβίζονται σε μονοδιάστατες επιλογές.

Η Ελλάδα ασφαλώς δεν μπορεί ούτε πρέπει να απομακρυνθεί από τις στρατηγικές της συμμαχίες. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οφείλει να εμφανίζεται ως «δεδομένη» σε κάθε περίπτωση. Μια πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, με περισσότερους διαύλους επικοινωνίας και μεγαλύτερη ευελιξία, δεν αποτελεί ένδειξη αναξιοπιστίας. Αντίθετα, μπορεί να αποτελέσει ισχυρότερο εργαλείο για την προάσπιση των εθνικών συμφερόντων.

Η υπόθεση Τραμπ – Ερντογάν αποτελεί μια χαρακτηριστική υπενθύμιση ότι στη διεθνή πολιτική δεν ανταμείβεται απαραίτητα εκείνος που προσφέρει τα περισσότερα χωρίς όρους, αλλά εκείνος που διαθέτει διαπραγματευτικά χαρτιά και ξέρει να τα αξιοποιεί.

Το πραγματικό ερώτημα για την ελληνική εξωτερική πολιτική είναι αν η λογική του «δεδομένου συμμάχου» μπορεί πράγματι να διασφαλίσει μακροπρόθεσμα το εθνικό συμφέρον ή αν απαιτείται μια νέα, πιο ισορροπημένη και πολυδιάστατη στρατηγική.