Γιάννης Τριήρης: Η «παγίδα» της ειρηνευτικής ρητορικής

Γιάννης Τριήρης: Η «παγίδα» της ειρηνευτικής ρητορικής
Πέμπτη, 04/06/2026 - 08:08

Η εξωτερική πολιτική της Ουάσινγκτον βρίσκεται σταθερά στο μικροσκόπιο της διεθνούς κοινότητας, όμως η τρέχουσα προσέγγιση του Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στο Ιράν προκαλεί πλέον έναν βαθύ, συστημικό τρόμο στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.

Παρά τη δημόσια ρητορική του, η οποία συχνά επενδύεται με μια δήθεν αντι-πολεμική διάθεση για τον τερματισμό των «αιώνιων συγκρούσεων», μια προσεκτική ανάγνωση των γεγονότων αποκαλύπτει μια εντελώς διαφορετική και εξαιρετικά επικίνδυνη πραγματικότητα.

Τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο ζοφερά μετά τη δραματική έκθεση που δημοσίευσε, χθες Τετάρτη 3/6, ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ). Σύμφωνα με τον Οργανισμό, η παρατεταμένη διαταραχή στις ενεργειακές προμήθειες από τη Μέση Ανατολή λόγω του πολέμου με το Ιράν —και παρά το γεγονός ότι μια δηλωμένη κατάπαυση του πυρός παραμένει επισήμως σε ισχύ— επιφέρει ήδη ισχυρό πλήγμα στην παγκόσμια οικονομία, με την κίνηση στα Στενά του Ορμούζ να έχει μειωθεί δραστικά κατά περισσότερο από 90%.

Κατά τον ΟΟΣΑ οι προοπτικές έχουν επιδεινωθεί σημαντικά, με την παγκόσμια ανάπτυξη να απειλείται με ελεύθερη πτώση σε επίπεδα που παραπέμπουν μόνο σε μεγάλες κρίσεις όπως η πανδημία, απειλώντας να οδηγήσει ορισμένες χώρες σε βαθιά ύφεση, πληθωρισμό και ανεργία.

Αυτό που παρουσιάζεται, λοιπόν, από την Ουάσινγκτον ως στρατηγική αποτροπής ή διπλωματικής πίεσης δεν είναι παρά μια εμμονική αναζήτηση σύγκρουσης με την Τεχεράνη, η οποία, αν εκδηλωθεί, θα έχει ως κύριο θύμα την ίδια την Ευρώπη, ειδικά όταν αυτή η κρίση συνδέεται άμεσα με τον συνεχιζόμενο πόλεμο στην Ουκρανία.

Η ψευδαίσθηση της «ρητορικής της ειρήνης» καταρρέει αν αναλογιστεί κανείς τις πρακτικές συνέπειες της πολιτικής της μέγιστης πίεσης που εφαρμόζει διαχρονικά ο Τραμπ.

Οι ασφυκτικές κυρώσεις, οι απειλές για πλήγματα σε ζωτικές υποδομές και η προσπάθεια πλήρους διπλωματικής απομόνωσης του Ιράν δεν οδηγούν σε κάποιου είδους συμβιβασμό, αλλά σπρώχνουν την περιοχή στο χείλος του γκρεμού.

Για την Ευρώπη, ένας ανοιχτός πόλεμος στη Μέση Ανατολή , χωρίς αμφιβολία, αποτελεί μια άμεση, υπαρξιακή απειλή.

Η γεωγραφική εγγύτητα της γηραιάς ηπείρου με την περιοχή σημαίνει ότι οποιοδήποτε γεωπολιτικό σοκ θα μεταφερθεί ακαριαία στο εσωτερικό της.

Το πιο ανησυχητικό στοιχείο, ωστόσο, το οποίο υπογραμμίζουν έγκυροι αμυντικοί αναλυτές, είναι ο τρόμος με τον οποίο η εμμονή κατά του Ιράν λειτουργεί ως συγκοινωνούν δοχείο με το μέτωπο της Ουκρανίας, δημιουργώντας ένα εφιαλτικό σενάριο για την ευρωπαϊκή ασφάλεια.

Το Ιράν δεν είναι πλέον ένας απομονωμένος παίκτης, αλλά ο βασικός στρατιωτικός τροφοδότης της Μόσχας, παρέχοντας τα drones και τους βαλλιστικούς πυραύλους που σφυροκοπούν τις ουκρανικές πόλεις. Μια αμερικανική επίθεση ή μια ακραία κλιμάκωση κατά της Τεχεράνης θα έσπρωχνε το ιρανικό καθεστώς ολοκληρωτικά στην αγκαλιά του Βλαντιμίρ Πούτιν. Η Ρωσία, ως αντάλλαγμα για τη στήριξη, θα μπορούσε να προσφέρει στο Ιράν προηγμένη στρατιωτική τεχνολογία ή ακόμα και κρίσιμη τεχνογνωσία για το πυρηνικό του πρόγραμμα, επιταχύνοντας μια παγκόσμια κρίση.

Την ίδια στιγμή, αν οι Ηνωμένες Πολιτείες εμπλακούν σε μια νέα, τεράστια πολεμική αναμέτρηση στη Μέση Ανατολή, η προσοχή, οι οικονομικοί πόροι και το στρατιωτικό υλικό της Ουάσινγκτον θα μετατοπιστούν αναγκαστικά μακριά από την Ευρώπη. Αυτό θα άφηνε την Ουκρανία ουσιαστικά απροστάτευτη και τους Ευρωπαίους μόνους τους να αντιμετωπίσουν μια επιθετική Ρωσία, τη στιγμή μάλιστα που η κυβέρνηση Τραμπ, ε΄στω και στα λόγια, πιέζει για έναν «γρήγορο τερματισμό» του πολέμου στο Κίεβο, ο οποίος στην πραγματικότητα θα σήμαινε τη συνθηκολόγηση της Ουκρανίας και την εδραίωση των ρωσικών κεκτημένων.

Με αυτόν τον τρόπο, η υποτιθέμενη ειρηνευτική στρατηγική του Τραμπ πετυχαίνει το ακριβώς αντίθετο και ενισχύει τον άξονα μεταξύ Μόσχας, Τεχεράνης και Πεκίνου, αφήνοντας την Ευρώπη εγκλωβισμένη ανάμεσα σε μια φλεγόμενη Μέση Ανατολή και μια θριαμβεύουσα Ρωσία στα ανατολικά της σύνορα.

Η εμμονή αυτή αποτελεί μια ωρολογιακή βόμβα που απειλεί να διαλύσει την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας που χτίστηκε μεταπολεμικά. Τα στοιχεία δείχνουν ξεκάθαρα ότι η Ευρώπη δεν έχει πλέον την πολυτέλεια να παραμένει παθητικός παρατηρητής των αμερικανικών παρορμήσεων.

Αν οι Βρυξέλλες και οι μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες δεν καταφέρουν να αρθρώσουν μια πραγματικά αυτόνομη, ισχυρή εξωτερική και αμυντική πολιτική, ικανή να βάλει φρένο στις μονομερείς και επικίνδυνες κινήσεις των συμμάχων τους, η γηραιά ήπειρος κινδυνεύει να μετατραπεί στον μεγάλο χαμένο, πληρώνοντας το βαρύτερο τίμημα ενός πολέμου που η ίδια δεν θέλησε ποτέ.