Η επιστολή της κυβέρνησης Τραμπ προς το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, με την οποία η Ουάσιγκτον δηλώνει ότι δεν αναγνωρίζει καμία δικαιοδοσία του επί Αμερικανών πολιτών, δεν είναι μια ακόμη διπλωματική διαφωνία. Είναι η επίσημη διακήρυξη μιας νέας εποχής, όπου ο ισχυρός δεν λογοδοτεί σε κανέναν και οι κανόνες ισχύουν μόνο για τους άλλους.
Ο Τραμπ δεν αμφισβητεί απλώς τη δικαιοδοσία του ΔΠΔ. Διακηρύσσει ότι κανένας διεθνής θεσμός δεν μπορεί να κρίνει Αμερικανούς αξιωματούχους ή στρατιωτικούς, όπου κι αν βρίσκονται και ό,τι κι αν πράξουν. Είναι η λογική των «πατρικίων και πληβείων» στις διεθνείς σχέσεις. Υπάρχουν κράτη που λογοδοτούν και κράτη που δεν λογοδοτούν ποτέ.
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Ντόναλντ Τραμπ δείχνει την περιφρόνησή του προς τους διεθνείς θεσμούς. Το έκανε επιβάλλοντας κυρώσεις σε δικαστές και εισαγγελείς του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου. Το έκανε με τις απειλές για τη Γροιλανδία, τον Παναμά και ακόμη και τον Καναδά. Το έκανε με την επέμβαση στη Βενεζουέλα, με την επίθεση στο Ιράν, χωρίς να δείχνει ότι η διεθνής νομιμότητα αποτελεί παράγοντα που περιορίζει τις επιλογές της υπερδύναμης που ηγείται.
Το μήνυμα είναι σαφές: οι Αμερικανοί αντιμετωπίζονται ως ο «περιούσιος λαός» του πλανήτη, στον οποίο δεν εφαρμόζονται οι ίδιοι κανόνες που επιβάλλονται στους υπόλοιπους. Το διεθνές δίκαιο μετατρέπεται έτσι από καθολική αρχή σε εργαλείο επιλεκτικής εφαρμογής.
Εξίσου αποκαρδιωτική, όμως, είναι η στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ίδια Ευρώπη που αυτοπαρουσιάζεται ως θεματοφύλακας του διεθνούς δικαίου και της πολυμέρειας μοιάζει να διακατέχεται από «ραγιαδισμό» και να αποδέχεται χωρίς αντιστάσεις ότι απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες ισχύουν διαφορετικοί κανόνες.
Η εμπορική συμφωνία που τέθηκε σε εφαρμογή από την 1η Ιουλίου είναι χαρακτηριστική. Αμερικανικά προϊόντα αποκτούν αδασμολόγητη πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά, ενώ οι περισσότερες ευρωπαϊκές εξαγωγές συνεχίζουν να επιβαρύνονται με δασμούς 15%. Η συμφωνία δεν προέκυψε μέσα από μια ισότιμη διαπραγμάτευση αλλά υπό την απειλή ακόμη βαρύτερων αμερικανικών δασμών. Ο Τραμπ έθεσε τελεσίγραφο και οι Βρυξέλλες έσπευσαν να συμμορφωθούν πριν καν λήξει.
Δεν πρόκειται απλώς για μια δυσμενή εμπορική συμφωνία. Είναι άλλη μία απόδειξη ότι η σχέση ΗΠΑ-ΕΕ έχει πάψει να θυμίζει συνεργασία ισότιμων συμμάχων. Η Ουάσιγκτον απαιτεί, οι Βρυξέλλες υπακούουν. Η περίφημη «στρατηγική αυτονομία» της Ευρώπης παραμένει περισσότερο επικοινωνιακό σύνθημα παρά πραγματική πολιτική. Η αδυναμία ακόμη και επιβολής ψηφιακού φόρου στους αμερικανικούς τεχνολογικούς κολοσσούς αποκαλύπτει ποιος καθορίζει τελικά τους όρους του παιχνιδιού.
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι εκείνη μιας Ευρώπης που πλέον έχει μετατραπεί από ισότιμο εταίρο σε γεωπολιτικό προτεκτοράτο των Ηνωμένων Πολιτειών, περιορίζοντας διαρκώς τον χώρο άσκησης της δικής της κυριαρχίας.
Το πιο ανησυχητικό, ωστόσο, είναι πως όλα δείχνουν να γίνεται αποδεκτή χωρίς αντιστάσεις μια νέα αντίληψη για τον κόσμο, ότι πλέον η μοναδική σταθερά είναι το «δίκιο του ισχυρού» που βέβαια δεν είναι καινούργια εφεύρεση. Ήταν πάντα η αθέατη πλευρά της διεθνούς πολιτικής.
Μέχρι τώρα, όμως, οι ισχυροί ένιωθαν την ανάγκη να επικαλούνται το διεθνές δίκαιο, να αναζητούν ένα ψήφισμα, μια συμμαχική κάλυψη ή έστω μια στοιχειώδη νομιμοποίηση. Σήμερα ούτε αυτό συμβαίνει. Η ισχύς δεν κρύβεται πίσω από το δίκαιο, αλλά το αντικαθιστά. Και όταν η μεγαλύτερη δύναμη του πλανήτη δηλώνει χωρίς περιστροφές ότι κανένα διεθνές δικαστήριο δεν μπορεί να την κρίνει, τότε το μήνυμα προς ολόκληρο τον κόσμο είναι σαφές: υπάρχουν κανόνες για τους πολλούς και ασυλία για τους λίγους. Οι πατρίκιοι δεν λογοδοτούν ποτέ στους πληβείους.






