Την ώρα που ο πρωθυπουργός από τη Βόρεια Εύβοια διαβεβαίωνε, χθες 15/7, ότι στο τέλος της τετραετίας η Ελλάδα θα διαθέτει ένα πλήρως αναβαθμισμένο δημόσιο σύστημα Υγείας, οι επίσημοι ευρωπαϊκοί δείκτες αποτύπωναν μια εντελώς διαφορετική εικόνα. Μια χώρα που εξακολουθεί να βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε κρίσιμες υποδομές υγείας, με ελάχιστες νοσοκομειακές κλίνες και σχεδόν ανύπαρκτες δομές αποκατάστασης και μακροχρόνιας φροντίδας.
Δεν πρόκειται για ισχυρισμούς της αντιπολίτευσης ούτε για πολιτικές εκτιμήσεις. Πρόκειται για τα επίσημα στοιχεία της Eurostat, τα οποία δεν επιδέχονται επικοινωνιακές ερμηνείες.
Η Ελλάδα διαθέτει μόλις 423 νοσοκομειακές κλίνες ανά 100.000 κατοίκους, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ανέρχεται στις 507. Ακόμη πιο αποκαρδιωτική είναι η εικόνα στις κλίνες αποκατάστασης και μακροχρόνιας φροντίδας, όπου η χώρα καταγράφει μόλις 20 κλίνες ανά 100.000 κατοίκους, τη στιγμή που η Ολλανδία διαθέτει 1.390. Η απόσταση δεν είναι απλώς μεγάλη. Είναι χαώδης και αποτυπώνει το μέγεθος της εγκατάλειψης ενός τομέα που αφορά τους πιο ευάλωτους ασθενείς.
Κι όμως, αντί ο πρωθυπουργός να δώσει πειστικές απαντήσεις για αυτή την εικόνα, επιλέγει να πανηγυρίζει για τα εγκαίνια μιας νέας Μονάδας Τεχνητού Νεφρού στην Ιστιαία.
Πρόκειται ασφαλώς για μια σημαντική δομή για τους κατοίκους της περιοχής. Όμως όταν παρουσιάζεται ως απόδειξη ότι «το ΕΣΥ αλλάζει», ενώ η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση κατατάσσει την Ελλάδα στις τελευταίες θέσεις σχεδόν σε κάθε κρίσιμο δείκτη, τότε η επικοινωνία επιχειρεί να υποκαταστήσει την πραγματικότητα.
Η κυβέρνηση έχει επενδύσει τεράστιο πολιτικό κεφάλαιο στην εικόνα, με μεμονωμένες ανακαινίσεις, κορδέλες εγκαινίων, εξαγγελίες για έργα μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και συνεχείς διαβεβαιώσεις ότι το δημόσιο σύστημα Υγείας εκσυγχρονίζεται. Όμως, ένα σύστημα υγείας δεν κρίνεται από κάποιους φρεσκοβαμμένους τοίχους ούτε από τις φωτογραφίες των εγκαινίων. Κρίνεται από το αν ο πολίτης βρίσκει γιατρό όταν τον χρειάζεται, από το αν υπάρχει διαθέσιμο κρεβάτι όταν εισάγεται στο νοσοκομείο, από το αν ένας ηλικιωμένος ή ένας ασθενής μετά από εγκεφαλικό μπορεί να βρει θέση σε δημόσια δομή αποκατάστασης χωρίς να αναγκαστεί να πληρώσει μια περιουσία στον ιδιωτικό τομέα.
Αυτό ακριβώς είναι που αποκαλύπτουν οι αριθμοί της Eurostat. Πίσω από τους πανηγυρισμούς, το ΕΣΥ εξακολουθεί να λειτουργεί με χρόνιες ελλείψεις προσωπικού, με γιατρούς και νοσηλευτές που εξαντλούνται από τις εφημερίες, με κλινικές που λειτουργούν στα όρια των δυνατοτήτων τους και με πολίτες που αναγκάζονται όλο και συχνότερα να βάζουν βαθιά το χέρι στην τσέπη για υπηρεσίες που θα έπρεπε να παρέχονται δωρεάν από το δημόσιο σύστημα.
Το ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι ότι, έπειτα από επτά χρόνια διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, η χώρα εξακολουθεί να εμφανίζει επιδόσεις που θυμίζουν κράτος πολύ χαμηλότερων δυνατοτήτων από αυτές που θα περίμενε κανείς για ένα κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αντί να πλησιάζει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, η Ελλάδα εξακολουθεί να κινείται στις τελευταίες θέσεις, ιδιαίτερα σε έναν τομέα όπως η μακροχρόνια φροντίδα, που αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία λόγω της γήρανσης του πληθυσμού.
Όταν λοιπόν ο πρωθυπουργός δηλώνει ότι θα παραδώσει «το καλύτερο ΕΣΥ όλων των εποχών», δεν αρκεί να το επαναλαμβάνει στις ομιλίες του. Χρειάζεται να το αποδεικνύουν οι αριθμοί. Και οι αριθμοί κάνουν ακριβώς το αντίθετο. Δεν επιβεβαιώνουν το κυβερνητικό αφήγημα, το αποδομούν.
Η πραγματικότητα είναι ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να υστερεί σε βασικές υποδομές υγείας, οι πολίτες βιώνουν καθημερινά τις συνέπειες αυτής της υποβάθμισης και η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει ως συνολική μεταρρύθμιση αποσπασματικές παρεμβάσεις που δεν αλλάζουν τη συνολική εικόνα. Η αντίφαση είναι τόσο μεγάλη ώστε δύσκολα μπορεί πλέον να κρυφτεί πίσω από επικοινωνιακά συνθήματα.
Γιατί, όσο κι αν η κυβέρνηση επιμένει να περιγράφει ένα ΕΣΥ που δήθεν μεταμορφώνεται, οι επίσημες ευρωπαϊκές στατιστικές επιμένουν να δείχνουν μια άλλη Ελλάδα, που εξακολουθεί να βρίσκεται στον πάτο των ευρωπαϊκών δεικτών εκεί όπου μετριέται η ουσία της δημόσιας υγείας. Και απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, καμία ομιλία, κανένα επικοινωνιακό σύνθημα και καμία προεκλογική εξαγγελία δεν μπορεί να αλλάξει αυτό που καταγράφουν οι αριθμοί.






