Η Ελλάδα της «ανάπτυξης» που τρώει τις αποταμιεύσεις της

Η Ελλάδα της «ανάπτυξης» που τρώει τις αποταμιεύσεις της
Παρασκευή, 17/07/2026 - 06:58

Η πιο σκληρή εικόνα για την πραγματική κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας δεν αποτυπώνεται στις κυβερνητικές παρουσιάσεις με τα γραφήματα της «ισχυρής ανάπτυξης». Αποτυπώνεται σε ένα γεγονός που θα έπρεπε να προκαλεί πολιτικό συναγερμό. Η αποταμίευση των ελληνικών νοικοκυριών παραμένει αρνητική, τα χρόνια διακυβέρνησης Μητσοτάκη.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που αναδεικνύει το ΙΟΒΕ, ενώ ο μέσος Ευρωπαίος πολίτης καταφέρνει να αποταμιεύει το 14,2% του διαθέσιμου εισοδήματός του, στην Ελλάδα τα νοικοκυριά όχι μόνο δεν βάζουν χρήματα στην άκρη, αλλά καταγράφουν αρνητικό ρυθμό αποταμίευσης -2,7% το 2025. Με απλά λόγια, οι Έλληνες ξοδεύουν περισσότερα από όσα εισπράττουν.

Και αυτό δεν είναι ένας απλός οικονομικός δείκτης. Είναι η καθημερινότητα εκατομμυρίων πολιτών που βλέπουν τον μισθό τους να τελειώνει πριν τελειώσει ο μήνας, που πληρώνουν ακριβότερα τρόφιμα, ενέργεια, καύσιμα και ενοίκια και που έχουν χάσει τη δυνατότητα να δημιουργήσουν ένα στοιχειώδες οικονομικό «μαξιλάρι» ασφαλείας.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει επενδύσει επικοινωνιακά στην εικόνα μιας Ελλάδας που δήθεν έχει αφήσει πίσω της την κρίση. Όμως, ακόμη και το κέντρο μελετών των βιομηχάνων έρχεται να διαψεύσει αυτή την αφήγηση. Μια οικονομία μπορεί να εμφανίζει θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης στα χαρτιά, αλλά όταν οι πολίτες της δεν μπορούν να αποταμιεύσουν ούτε ένα ευρώ, τότε κάτι δεν λειτουργεί σωστά.

Η αρνητική αποταμίευση δεν είναι αποτέλεσμα «κακής οικονομικής κουλτούρας» των Ελλήνων, όπως συχνά επιχειρείται να παρουσιαστεί. Είναι το αποτέλεσμα μιας πολιτικής που άφησε το διαθέσιμο εισόδημα να πιέζεται επί χρόνια, ενώ οι αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις δεν κατάφεραν να ακολουθήσουν το πραγματικό κόστος ζωής.

Η ακρίβεια, η στεγαστική κρίση και η φορολογική επιβάρυνση έχουν μετατρέψει την αποταμίευση από αυτονόητη οικονομική συμπεριφορά σε πολυτέλεια για λίγους. Για μια μεγάλη μερίδα της κοινωνίας, η ερώτηση δεν είναι «πού θα επενδύσω τα χρήματά μου», αλλά «πώς θα καλύψω τις βασικές μου υποχρεώσεις».

Το ίδιο αποκαλυπτική είναι και η σύγκριση με την Ευρώπη στις επενδύσεις των νοικοκυριών. Οι τοποθετήσεις των Ελλήνων σε μετοχές και επενδυτικά κεφάλαια αντιστοιχούν μόλις στο 18,9% του ΑΕΠ, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος φτάνει το 35,4%. Η Ελλάδα παραμένει μια χώρα όπου η κοινωνία δεν έχει ούτε διαθέσιμο εισόδημα ούτε εμπιστοσύνη για μακροχρόνιο οικονομικό σχεδιασμό.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το ΙΟΒΕ προτείνει τη δημιουργία νέων αποταμιευτικών και επενδυτικών εργαλείων, με φορολογικά κίνητρα για τους πολίτες και ειδικούς λογαριασμούς για παιδιά. Πρόκειται για προτάσεις που ακολουθούν διεθνή παραδείγματα και μπορούν να συμβάλουν στην αλλαγή της επενδυτικής κουλτούρας.

Όμως το μεγάλο ερώτημα δεν είναι μόνο πώς θα πειστούν οι Έλληνες να αποταμιεύσουν. Το πρώτο ερώτημα είναι αν τους περισσεύουν χρήματα για να αποταμιεύσουν.

Γιατί δεν μπορείς να ζητάς από μια οικογένεια που παλεύει με τους λογαριασμούς, το ενοίκιο και το σούπερ μάρκετ να λειτουργήσει σαν μεσαία τάξη μιας άλλης ευρωπαϊκής χώρας. Δεν μπορείς να μιλάς για επενδυτικούς λογαριασμούς όταν ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας έχει επιστρέψει στη λογική της επιβίωσης.

Η κυβέρνηση θα πρέπει να απαντήσει σε ένα απλό ερώτημα: πώς γίνεται μετά από τόσα χρόνια διακυβέρνησης και παρά τους πανηγυρισμούς για την οικονομία, οι Έλληνες να είναι από τους λίγους Ευρωπαίους που όχι μόνο δεν αποταμιεύουν, αλλά καταναλώνουν και μέρος των παλιών τους αποθεμάτων;

Η απάντηση δεν βρίσκεται σε επικοινωνιακές εκστρατείες ούτε σε στατιστικές επιτυχίες. Βρίσκεται στην πραγματική οικονομία, στους μισθούς, στο κόστος ζωής και στην αγοραστική δύναμη.

Γιατί μια χώρα δεν κρίνεται μόνο από το ΑΕΠ της. Κρίνεται από το αν οι πολίτες της μπορούν να αισθάνονται οικονομικά ασφαλείς. Και σήμερα η εικόνα είναι αμείλικτη. Η Ελλάδα της «ανάπτυξης» του Μαξίμου είναι μια Ελλάδα όπου τα νοικοκυριά δεν χτίζουν αποταμίευση, αλλά καταναλώνουν το μέλλον τους για να αντέξουν το παρόν.