Motor Oil: Ενστάσεις για το δευτερογενές πλαίσιο αποθήκευσης CO2 στον Πρίνο

Motor Oil: Ενστάσεις για το δευτερογενές πλαίσιο αποθήκευσης CO2 στον Πρίνο
Πέμπτη, 08/01/2026 - 07:58

Ως υποδομή με όρους κοινής ωφέλειας που στηρίζει την ανθεκτικότητα και την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας και όχι ως συνηθισμένη εμπορική δραστηριότητα εκτιμά η Motor Oil ότι θα πρέπει να αντιμετωπίζεται η αποθήκευση CO2, εκφράζοντας σοβαρές επιφυλάξεις για το υπό διαμόρφωση δευτερογενές πλαίσιο λειτουργίας του Πρίνου.

Η εταιρεία συμμετέχοντας στη δημόσια διαβούλευση της ΡΑΑΕΥ επί του Κανονισμού Τιμολόγησης του Κώδικα Κατανομής Χωρητικότητας και των οδηγιών για τις δημόσιες διεθνείς διαγωνιστικές διαδικασίες δημοπράτησης χωρητικότητας στην μονάδα αποθήκευσης CO2 στον Πρίνο, ζητά την εκ νέου αξιολόγηση όποιων διατάξεων τυχόν εκδοθούν πριν την έναρξη των οποιωνδήποτε διαδικασιών κατανομής χωρητικότητας.

Η Motor Oil υπενθυμίζει ότι ωριμάζει το project CCUS, «IRIS» για τη δέσμευση, αποθήκευση και χρήση 495.000 τόνων CO2 ετησίως και μάλιστα με χρηματοδότηση από το EU Innovation Fund ύψους 127 εκατ. ευρώ.

Παράλληλα σημειώνει ότι δόθηκε εξαιρετικά περιορισμένος χρόνος για διαβούλευση και τονίζει ότι η ΡΑΑΕΥ έχει πλέον την ευθύνη να διαμορφώσει ένα δευτερογενές κανονιστικό πλαίσιο που θα συνάδει τόσο με τους στόχους της ΕΕ, όσο και με τις προβλέψεις του ελληνικού θεσμικού πλαισίου.

Συγκεκριμένα, όπως επισημαίνει η Motor Oil, θεμέλιο της κανονιστικής αρμοδιότητας της ΡΑΑΕΥ είναι η πρόβλεψη τόσο του πρόσφατου νόμου του 2025 όσο και του προηγούμενου του 2011 ότι «οι δραστηριότητες της μεταφοράς, υγροποίησης και αποθήκευσης CO2 που ασκούνται εντός της ελληνικής επικράτειας είναι κοινής ωφέλειας και τελούν υπό την εποπτεία του κράτους». Επίσης σύμφωνα με την εταιρεία η ΡΑΑΕΥ θα πρέπει να φροντίζει για την υλοποίηση των στόχων που έχουν τεθεί από το ΕΣΕΚ σύμφωνα με το οποίο, η υποδομή αποθήκευσης CO2 στον Πρίνο έχει ως πρωταρχικό στόχο την έμπρακτη στήριξη της ελληνικής βιομηχανίας στην οποία περιλαμβάνονται ιδίως οι τσιμεντοβιομηχανίες και τα διυλιστήρια.

Για τους λόγους αυτούς, όπως τονίζεται, θα πρέπει να διαμορφωθεί ένα σύστημα ισόρροπης στάθμισης των έννομων συμφερόντων τόσο των διαχειριστών των μονοπωλιακών υποδομών όσο και των παραγωγών εκπομπών CO2, επιμερισμού των κινδύνων, καθώς και τιμολόγησης της πρόσβασης με γνώμονα τον δεδηλωμένο στόχο του Ευρωπαϊκού Κανονισμού ΝΖΙΑ, δηλαδή τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του βιομηχανικού τομέα.

«Το δευτερογενές πλαίσιο, αναφέρει η Motor Oil, οφείλει να αναπτυχθεί σε ευθυγράμμιση με τα υποχρεωτικώς οριζόμενα στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 2024/1735 που επιδιώκει την απανθρακοποίηση του βιομηχανικού κλάδου υπό όρους ανθεκτικότητας και βιώσιμης ανταγωνιστικότητας παράλληλα με την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας.

Η ανάπτυξη υποδομών αποθήκευσης αποτελεί υποχρέωση για τους κατόχους άδειας παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου, την οποία οφείλουν να εκπληρώσουν προάγοντας την ανάπτυξη βιώσιμων επιχειρηματικών μοντέλων για ολόκληρη την αλυσίδα αξίας του CO2 και τα κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα για τη διευκόλυνση και την παροχή κινήτρων στις πηγές εκπομπής αερίων για να δεσμεύσουν τις εκπομπές. Η εταιρεία καταλήγει ότι «η ανάπτυξη αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα δεν νοείται ως μια συνήθης εμπορική δραστηριότητα αλλά ως μια δραστηριότητα που υπηρετεί έναν ενωσιακό στόχο κοινής ωφέλειας δηλαδή την ανθεκτικότητα και την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας».

Παράλληλα εκφράζει τον προβληματισμό της σημειώνοντας ότι το πρωτογενές και το δευτερογενές ρυθμιστικό πλαίσιο εκκινούν από διαφορετική αφετηρία σε σχέση με το ενωσιακό πλαίσιο καθιστώντας απαραίτητη την προστασία του πυρήνα της δίκαιης πρόσβασης προκειμένου να αξιοποιηθεί η ωφέλεια στην οποία απέβλεψε ο ενωσιακός νομοθέτης.

Την ίδια ώρα προτείνει να προβλεφθούν μηχανισμοί κινήτρων για οικονομική αποδοτικότητα, σύστημα ελέγχου και εποπτείας καθώς και αποτελεσματικές διαδικασίες εκκαθάρισης σε περιπτώσεις υπερανακτήσεων και υπερκερδών προκειμένου να αποφευχθεί η συνολική μετακύλιση του κόστους και του κινδύνου αποκλειστικά στους παραγωγούς εκπομπών CO2, κάτι που μπορεί να εξελιχθεί σε κρίσιμο ρυθμιστικό κίνδυνο για τη βιομηχανία μη συμβατό με το επίπεδο επενδυτικής βεβαιότητας που απαιτείται για την ωρίμανση των σχεδίων CCS. «Καθώς η ελληνική βιομηχανία μερίμνησε και πέτυχε τη χρηματοδότηση έργων δέσμευσης με ενωσιακούς πόρους και διαθέτει εύλογο ενδιαφέρον για την ανάπτυξη του Πρίνου θα πρέπει να παρασχεθούν τα απαραίτητα εχέγγυα για την ωρίμανση των ήδη ιδιαιτέρως κοστοβόρων σχεδίων με κατεύθυνση την αξιοποίηση της εγχώριας υποδομής αποθήκης» καταλήγει.