Για θέρμανση και ψύξη το 60% της ενέργειας που καταναλώνουν τα νοικοκυριά

Για θέρμανση και ψύξη το 60% της ενέργειας που καταναλώνουν τα νοικοκυριά
Παρασκευή, 29/08/2025 - 08:03

Ένα σύνθετο ενεργειακό τοπίο με σημαντικό κόστος για τους καταναλωτές σκιαγραφεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης που εκκίνησε χθες για τη νέα στρατηγική θέρμανσης και ψύξης, η οποία θα παρουσιαστεί το πρώτο τρίμηνο του 2026.

Η θέρμανση και η ψύξη απορροφούν σχεδόν το 50% της συνολικής ενεργειακής κατανάλωσης στην ΕΕ και πάνω από το 60% της ενέργειας των νοικοκυριών, με κυρίαρχο καύσιμο το φυσικό αέριο. Η Κομισιόν θέτει στο επίκεντρο την απανθρακοποίηση του τομέα, που εξελίσσεται σε καθοριστικό πεδίο για την ενεργειακή ασφάλεια, την ανταγωνιστικότητα και την κλιματική πολιτική.

Η Επιτροπή τονίζει ότι περίπου το 70% της ενέργειας για θέρμανση και ψύξη στην ΕΕ εξακολουθεί να προέρχεται από ορυκτά καύσιμα, κυρίως φυσικό αέριο, ενώ η διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών αυξάνεται με πολύ αργούς ρυθμούς και βασίζεται κατά κύριο λόγο στη στερεή βιομάζα. Μεγάλο μέρος αυτής προέρχεται ακόμη από καυσόξυλα, τα οποία, όταν δεν είναι επαρκώς ξηρά, προκαλούν εκπομπές σωματιδίων που επιβαρύνουν την ποιότητα του αέρα.

Παράλληλα, η αγορά αντλιών θερμότητας –που αποτελούν βασικό εργαλείο για την πράσινη μετάβαση– εμφανίζει κόπωση μετά από αρκετά χρόνια έντονης ανάπτυξης, καθώς οι υψηλές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας σε σχέση με το αέριο καθιστούν την επένδυση λιγότερο ελκυστική. Την ίδια στιγμή, οι δυνατότητες αξιοποίησης της γεωθερμικής και της ηλιοθερμικής ενέργειας, αλλά και της ανάκτησης απορριπτόμενης θερμότητας, παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αναξιοποίητες.

Τα συστήματα τηλεθέρμανσης, που καθιστούν δυνατή την αποδοτικότερη παροχή θέρμανσης και ψύξης στις αστικές περιοχές, πρέπει να απανθρακοποιηθούν, να εκσυγχρονιστούν και να

επεκταθούν με ταχύτητα ώστε να καταστεί εφικτή η ενσωμάτωση ανανεώσιμων πηγών θερμότητας χαμηλότερης θερμοκρασίας και πηγών απορριπτόμενης θερμότητας.

Στον βιομηχανικό τομέα, όπου η θερμότητα αντιστοιχεί στο 60% της συνολικής ενεργειακής κατανάλωσης, το κόστος της θέρμανσης με ορυκτά καύσιμα αναμένεται να αυξηθεί περαιτέρω, επιβαρύνοντας την ανταγωνιστικότητα. Την ίδια στιγμή, η ψύξη αναδεικνύεται σε μείζον ζήτημα ενεργειακής ασφάλειας όχι μόνο λόγω της κλιματικής αλλαγής και των ολοένα συχνότερων καυσώνων, αλλά και εξαιτίας της εκρηκτικής ανόδου στη ζήτηση από τα κέντρα δεδομένων.

Η Κομισιόν αναγνωρίζει ότι η απανθρακοποίηση της θέρμανσης και της ψύξης δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς να αρθούν μια σειρά από φραγμούς. Στην κορυφή βρίσκονται οι οικονομικές προκλήσεις, καθώς το υψηλό αρχικό κόστος εγκατάστασης ή το αυξημένο λειτουργικό κόστος λόγω της αναλογίας τιμών αερίου–ηλεκτρικής ενέργειας καθιστούν λιγότερο ελκυστικές τις νέες τεχνολογίες. Σημαντικά εμπόδια προκύπτουν και από τις υποδομές, καθώς απαιτείται ενοποίηση με τα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου, ανάπτυξη αποθήκευσης θερμότητας και εκσυγχρονισμός των συστημάτων τηλεθέρμανσης, που συχνά συνοδεύονται από τεχνική και διοικητική πολυπλοκότητα.

Αντίστοιχα, καταγράφονται ελλείψεις στις αξιακές αλυσίδες, με ανάγκη στήριξης της ευρωπαϊκής παραγωγής, ενίσχυσης των δεξιοτήτων και δημιουργίας κινήτρων για κατασκευαστές και εγκαταστάτες, ώστε να αναπτυχθεί μια δυναμική αγορά λύσεων θέρμανσης και ψύξης. Σε αυτό προστίθεται η διάσταση της καταναλωτικής συμπεριφοράς, με χαμηλή ευαισθητοποίηση, περιορισμένη πρόσβαση σε αξιόπιστες πληροφορίες, αλλά και εμπόδια για συλλογικές πρωτοβουλίες, όπως οι ενεργειακές κοινότητες θερμότητας.

Σύμφωνα με την Κομισιόν η στρατηγική θα δώσει λύσεις εξασφαλίζοντας οικονομικά προσιτή, ανθεκτική και καθαρή θέρμανση και ψύξη για τα επόμενα χρόνια. Σύμφωνα με την Κομισιόν, τα οφέλη μιας επιτυχημένης εφαρμογής θα είναι πολλαπλά, από τη μείωση της εξάρτησης της Ευρώπης από τα ορυκτά καύσιμα και τη βελτίωση της ποιότητας του αέρα, μέχρι την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας μέσω της καινοτομίας και τη μείωση του κόστους για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.

Η στρατηγική για τη θέρμανση και την ψύξη, που θα παραμείνει σε διαβούλευση για 12 εβδομάδες εντάσσεται στην ευρύτερη δέσμευση της Επιτροπής για ενοποίηση του ενεργειακού συστήματος και αποτελεί συνέχεια του σχεδίου REPowerEU. Όπως αναφέρεται, «στην επιστολή ανάθεσης καθηκόντων προς τον Επίτροπο Jørgensen περιλαμβάνεται έκκληση για την προώθηση της ενοποίησης του ενεργειακού συστήματος, ιδίως για την απανθρακοποίηση της θέρμανσης και της ψύξης και την αύξηση της ενεργειακής απόδοσης».