Οι καταναλωτές αποκτούν δικαίωμα σε σταθερά συμβόλαια διάρκειας τουλάχιστον ενός έτους, ενισχύεται η προσυμβατική ενημέρωσή τους, ενώ προβλέπεται ότι ο προμηθευτής δεν μπορεί, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να καταγγείλει τη σύμβαση ή να προχωρήσει σε αποσύνδεση όσο βρίσκεται σε εξέλιξη διαδικασία επίλυσης διαφοράς. Ειδικότερα, με το νομοσχέδιο, που θα παραμείνει σε δημόσια διαβούλευση έως τις 24 Οκτωβρίου, ενσωματώνεται στην ελληνική νομοθεσία η ευρωπαϊκή Οδηγία 2024/1711 για τον σχεδιασμό της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Πέρα από τις γενικές προβλέψεις για μεγαλύτερη προστασία των καταναλωτών από τις διακυμάνσεις της αγοράς, οι νέες διατάξεις καθορίζουν συγκεκριμένα δικαιώματα για τα συμβόλαια προμήθειας, την αλλαγή προμηθευτή, την αντιμετώπιση διαφορών με τις εταιρείες και την ενημέρωση που πρέπει να παρέχεται πριν από την υπογραφή μιας σύμβασης. Μία από τις σημαντικότερες αλλαγές αφορά τους καταναλωτές που βρίσκονται σε διαφορά με τον προμηθευτή τους. Σύμφωνα με τη νέα ρύθμιση, ο προμηθευτής δεν μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση ούτε να προχωρήσει σε αποσύνδεση του πελάτη για λόγο που αποτελεί αντικείμενο αιτήματος ή παραπόνου το οποίο έχει υποβληθεί στον ίδιο και παραμένει εκκρεμές. Η προστασία δεν είναι απεριόριστη. Προϋπόθεση είναι το ίδιο αίτημα ή παράπονο να μην έχει υποβληθεί περισσότερες από δύο φορές. Αν ο καταναλωτής έχει προσφύγει στον Ενεργειακό Διαμεσολαβητή, στην Ανεξάρτητη Αρχή Ελέγχου της Αγοράς και Προστασίας του Καταναλωτή ή σε άλλο προβλεπόμενο μηχανισμό εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών, η προστασία διατηρείται όσο η σχετική διαδικασία βρίσκεται σε εξέλιξη. Η απαγόρευση διακοπής αίρεται εάν η προσφυγή κριθεί προδήλως αόριστη, αβάσιμη ή καταχρηστική. Παύει επίσης εάν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία των 90 ημερών που προβλέπεται για την ολοκλήρωση της εξέτασης της διαφοράς. Η υποβολή παραπόνου ή προσφυγής δεν απαλλάσσει, πάντως, τον καταναλωτή από τις υπόλοιπες συμβατικές υποχρεώσεις του.
Το δεύτερο βασικό πεδίο αλλαγών αφορά τα σταθερά τιμολόγια. Όλοι οι τελικοί πελάτες θα μπορούν να ζητούν σύμβαση ορισμένου χρόνου με σταθερή τιμή και διάρκεια τουλάχιστον ενός έτους. Τέτοιες συμβάσεις θα πρέπει να προσφέρονται τουλάχιστον από έναν προμηθευτή στην αγορά και από κάθε εταιρεία που διαθέτει περισσότερους από 200.000 τελικούς πελάτες. Κατά τη διάρκεια της σύμβασης ο προμηθευτής δεν θα μπορεί να τροποποιεί μονομερώς τους όρους και τις προϋποθέσεις της ούτε να την καταγγέλλει πριν από τη λήξη της. Για τον καταναλωτή αυτό σημαίνει ότι η συμφωνημένη σταθερή τιμή και οι βασικοί όροι του συμβολαίου δεν θα μπορούν να αλλάξουν μονομερώς από την εταιρεία στη διάρκεια ισχύος του. Πριν από τη σύναψη ή την παράταση μιας σύμβασης, ο προμηθευτής θα είναι υποχρεωμένος να δίνει στον πελάτη, με εμφανή, σαφή και περιεκτικό τρόπο, περίληψη των βασικών όρων. Σε αυτή θα πρέπει να αναγράφονται τουλάχιστον η συνολική τιμή και η ανάλυσή της, εάν πρόκειται για σταθερή, μεταβλητή ή δυναμική τιμολόγηση, τα στοιχεία επικοινωνίας και υποστήριξης του προμηθευτή, καθώς και τυχόν εφάπαξ πληρωμές, προσφορές, πρόσθετες υπηρεσίες και εκπτώσεις. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα συνοπτικό «δελτίο» των βασικών χαρακτηριστικών του προϊόντος πριν δεσμευθεί ο καταναλωτής. Νέα δυνατότητα αποτελεί και η σύναψη περισσότερων από μίας συμβάσεων προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας ή συμφωνιών κοινής χρήσης ενέργειας από τον ίδιο καταναλωτή. Για τον σκοπό αυτό θα μπορούν να υπάρχουν περισσότερα από ένα σημεία μέτρησης και τιμολόγησης τα οποία καλύπτονται από το ίδιο σημείο σύνδεσης της εγκατάστασης. Όπου είναι τεχνικά εφικτό, θα μπορούν να αξιοποιούνται και τα έξυπνα συστήματα μέτρησης για την ταυτόχρονη λειτουργία περισσότερων συμβάσεων. Παράλληλα, νοικοκυριά, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις και δημόσιοι φορείς αποκτούν τη δυνατότητα να μοιράζονται ενέργεια από ΑΠΕ μέσω ιδιωτικής συμφωνίας ή κοινού νομικού σχήματος. Αλλάζει και το χρονικό περιθώριο για τους καταναλωτές που καταλήγουν στον Προμηθευτή Τελευταίου Καταφυγίου. Το μέγιστο διάστημα εκπροσώπησης αυξάνεται από τους τρεις στους τουλάχιστον έξι μήνες, δίνοντας μεγαλύτερο χρονικό περιθώριο για την επιλογή νέου προμηθευτή. Στο ίδιο νομοσχέδιο ενσωματώνεται και η ήδη εξαγγελθείσα μείωση των Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας για τα νοικοκυριά. Ειδικότερα, μειώνεται κατά 50% η μοναδιαία χρέωση ΥΚΩ για τους οικιακούς καταναλωτές στην πρώτη κλίμακα κατανάλωσης. Η μείωση συνδέεται με τη σταδιακή διασύνδεση των νησιών με το ηπειρωτικό ηλεκτρικό σύστημα και τη συνακόλουθη υποχώρηση του κόστους ηλεκτροδότησής τους. Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ακόμη ειδική πρόβλεψη για τα νοικοκυριά με φωτοβολταϊκά συστήματα αυτοκατανάλωσης έως 10,8 kW. Όταν οι τιμές στη χονδρεμπορική αγορά είναι αρνητικές, για την αποζημίωση της πλεονάζουσας ενέργειας που διοχετεύουν στο δίκτυο θα λογίζονται ως μηδενικές, ώστε ο οικιακός αυτοκαταναλωτής να μην επιβαρύνεται από τις αρνητικές τιμές.





