Γ. Στάσσης: Επενδύσεις 24 δισ. έως το 2030 – «Χτίζουμε μια μεγάλη ευρωπαϊκή εταιρεία ενέργειας»

Γ. Στάσσης: Επενδύσεις 24 δισ. έως το 2030 – «Χτίζουμε μια μεγάλη ευρωπαϊκή εταιρεία ενέργειας»
Παρασκευή, 24/04/2026 - 09:11

Η ΔΕΗ ανεβάζει τον πήχη για το 2030, στοχεύοντας σε EBITDA 4,6 δισ. ευρώ και καθαρά κέρδη 1,5 δισ. ευρώ, στο πλαίσιο ενός νέου επενδυτικού πλάνου ύψους 24 δισ. ευρώ, το οποίο θα χρηματοδοτηθεί και από την αύξηση μετοχικού κεφαλαίου 4 δισ. ευρώ που ανακοινώθηκε χθες.

Το σχέδιο, που παρουσίασε ο διευθύνων σύμβουλος του ομίλου, Γιώργος Στάσσης σε τηλεδιάσκεψη με τους αναλυτές, προβλέπει επιτάχυνση της ανάπτυξης και υπερδιπλασιασμό της λειτουργικής κερδοφορίας, με τη ΔΕΗ να επιδιώκει να εδραιωθεί ως κορυφαίος ενεργειακός όμιλος στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Σήμερα, η ΔΕΗ αποτελεί τον κορυφαίο ενεργειακό πάροχο σε Ελλάδα και Ρουμανία, ενώ επιτυχώς επεκτείνεται σε άλλες χώρες - όπως Βουλγαρία, Βόρειο Μακεδονία, Ιταλία, Κροατία. Το παραγωγικό δυναμικό του Ομίλου ανέρχεται σε 12,4 GW, με ετήσια παραγωγή ενέργειας περίπου 21 TWh. Το 2025 η εγκατεστημένη ισχύς από ΑΠΕ διαμορφώθηκε σε 7,2 GW

Ο μετασχηματισμός του Ομίλου βασίζεται στην πλήρη απολιγνιτοποίηση έως το τέλος του 2026 και στην ενίσχυση των ΑΠΕ, με την εγκατεστημένη ισχύ να αυξάνεται από 7,2 GW το 2025 σε περίπου 19 GW το 2030.

Το νέο πλάνο προβλέπει επενδύσεις 24 δισ. ευρώ έως το 2030, με ετήσιο ρυθμό περίπου 4,8 δισ. ευρώ, σημαντικά αυξημένο σε σχέση με το προηγούμενο business plan. Σε γεωγραφικό επίπεδο, το μεγαλύτερο μέρος των επενδύσεων κατευθύνεται στην Ελλάδα, η οποία απορροφά το 52% του συνολικού προγράμματος, ενώ ακολουθούν η Ρουμανία με 21% και οι λοιπές διεθνείς αγορές με 27%.

Σε επίπεδο δραστηριοτήτων, το 69% των επενδύσεων αφορά το ολοκληρωμένο ενεργειακό μοντέλο (integrated business), το 19% τα δίκτυα διανομής, το 5% τα data centers, ενώ το υπόλοιπο 7% κατανέμεται σε λοιπές δραστηριότητες.

Το πλάνο συνοδεύεται από ισχυρή επιτάχυνση της ανάπτυξης, με τη συνολική εγκατεστημένη ισχύ σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, συμπεριλαμβανομένων των υδροηλεκτρικών, να αναμένεται να αυξηθεί από 7,2 GW το 2025 σε περίπου 19 GW το 2030, με μέσο όρο προσθηκών 2,3 GW ετησίως.

Παράλληλα, η αξία της ρυθμιζόμενης περιουσιακής βάσης (regulated asset base) εκτιμάται ότι θα αυξηθεί από 5,7 δισ. ευρώ το 2025 σε περίπου 7,3 δισ. ευρώ το 2030, καταγράφοντας ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης της τάξης του 5%.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στην ανάπτυξη data centers, με νέο επενδυτικό σκέλος που προβλέπει ισχύ 300 MW έως το 2030, ενώ υπάρχει επιπλέον δυνατότητα επέκτασης έως και 1 GW.

«Η φιλοδοξία μας είναι να συνεχίσουμε να δημιουργούμε αξία για τους μετόχους μας» τόνισε ο κ. Στάσσης προσθέτοντας ότι «αυτό το πλάνο ειναι ο τρόπος για να το πετύχουμε. Δημιουργούμε μια μεγάλη ευρωπαϊκή εταιρεία ενέργειας».

Σύμφωνα με τον στρατηγικό σχεδιασμό, η εταιρεία επιδιώκει παράλληλα να ενισχύσει τη διασπορά της μετοχής, να αποκτήσει χαρακτηριστικά large cap και να διατηρήσει επενδυτική βαθμίδα στους δείκτες μόχλευσης. Λίγους μήνες νωρίτερα, τον Νοέμβριο του 2025, ο Όμιλος είχε παρουσιάσει το στρατηγικό του σχέδιο για την τριετία 2026-2028, ύψους 10,1 δισ. και στόχο τα €2,9 δισ. EBITDA το 2028. Σήμερα, αναβαθμίζει τους στόχους του, έχοντας αποφασίσει να κινηθεί ακόμα γρηγορότερα, ώστε να εκμεταλλευτεί ακόμα καλύτερα τις ευκαιρίες στην ευρύτερη περιοχή. Στην ταχύτατα αναπτυσσόμενη περιοχή της Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης, ο Όμιλος έχει αναγνωρίσει σημαντικά δεδομένα στην προσφορά και τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας που δημιουργούν επενδυτικές ευκαιρίες. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται:

  • η περιορισμένη προσφορά ενέργειας στην Ανατολική Ευρώπη από Βουλγαρία έως και Πολωνία, ενισχύοντας τις αποδόσεις των επενδύσεων
  • ο παροπλισμός σημαντικού αριθμού θερμικών μονάδων συνολικής εγκατεστημένης ισχύος 69 GW μέχρι το 2035, ο οποίος δημιουργεί τεράστια ευκαιρία για ανάπτυξη εναλλακτικών μορφών παραγωγής σε μεγάλη κλίμακα
  • η έλλειψη διασυνδέσεων της περιοχής με την κεντρική Ευρώπη που θα συνεχίσει να διατηρεί τις τιμές χονδρικής υψηλότερα,
  • η Ουκρανία, που από χώρα εξαγωγής ενέργειας, έχει μετατραπεί σε χώρα εισαγωγής συμβάλλοντας επίσης στην αύξηση της ζήτησης σημαντικά,
  • η αύξηση της ζήτησης στην περιοχή, λόγω μεγαλύτερης ανάπτυξης του ΑΕΠ σε σχέση με τη Δυτική Ευρώπη, τις πολιτικές επαναπατρισμού δραστηριοτήτων (onshoring), τον αυξανόμενο εξηλεκτρισμό, τη δημιουργία νέων Data Centers, καθώς και των επενδύσεων που χρηματοδοτούνται από την ΕΕ.

.