Γιάννης Τριήρης: Στα καύσιμα οι αυξήσεις των τιμών είναι … μονόδρομος

Γιάννης Τριήρης: Στα καύσιμα οι αυξήσεις των τιμών είναι … μονόδρομος
Δευτέρα, 26/10/2026 - 08:21

Κάθε φορά που ξεσπά μια διεθνής ενεργειακή κρίση, επαναλαμβάνεται το ίδιο έργο: οι τιμές των καυσίμων ανεβαίνουν μέσα σε λίγες ώρες, αλλά όταν οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου υποχωρούν, η αποκλιμάκωση στην αντλία καθυστερεί.

Στις αυξήσεις η αγορά λειτουργεί με ταχύτητα αστραπής, ενώ στις μειώσεις εμφανίζονται ξαφνικά δυσκολίες και δικαιολογίες για να καθυστερήσουν ή ακόμη και για να μην γίνουν.

Και πρωταγωνιστές σε αυτό το θέατρο του παραλόγου είναι η κυβέρνηση και τα διυλιστήρια.

Όταν οι διεθνείς τιμές ανεβαίνουν, τα διυλιστήρια έχουν έτοιμη κάθε φορά την κατάλληλη εξήγηση. Επικαλούνται το κόστος αντικατάστασης των αποθεμάτων για να δικαιολογήσουν τις ανατιμήσεις, ακόμη και όταν διαθέτουν καύσιμα που έχουν αγοραστεί φθηνότερα. Όταν οι τιμές πέφτουν, επιστρατεύουν το επιχείρημα των ακριβότερων αποθεμάτων, τα οποία πρέπει πρώτα να εξαντληθούν. Έτσι, στις αυξήσεις υπολογίζουν το κόστος με το οποίο θα αγοράσουν αύριο και στις μειώσεις εκείνο με το οποίο αγόρασαν χθες. Όποια κι αν είναι η διεθνής συγκυρία, η τιμολογιακή πολιτική τους φαίνεται να λειτουργεί προς μία κατεύθυνση: τη διατήρηση των υψηλών τιμών στην εγχώρια αγορά.

Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα που η κυβέρνηση αρνείται να αντιμετωπίσει ουσιαστικά. Τα διυλιστήρια, οι ισχυρότεροι κρίκοι της εγχώριας αλυσίδας καυσίμων, διαθέτουν σημαντική δύναμη στη διαμόρφωση των τιμών, χωρίς να υπάρχει η αναγκαία διαφάνεια για το πώς αυτή ασκείται. Όσο οι δικαιολογίες γίνονται αποδεκτές χωρίς επαρκή έλεγχο και τεκμηρίωση, τόσο ενισχύεται η εντύπωση ότι οι μεγάλες επιχειρήσεις έχουν την ευχέρεια να καθορίζουν τους όρους του παιχνιδιού. Τα περιθώρια κέρδους τους και ο τρόπος τιμολόγησης δεν μπορεί να παραμένουν εκτός ουσιαστικού ελέγχου.

Στην άλλη πλευρά βρίσκεται το κράτος, το οποίο εισπράττει σημαντικό μέρος της τελικής τιμής κάθε λίτρου καυσίμου. Ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης επιβαρύνει βαριά την τιμή, ενώ πάνω στην αξία που περιλαμβάνει και τον ΕΦΚ επιβάλλεται ΦΠΑ 24%. Πρόκειται για τον γνωστό «φόρο επί του φόρου», που κάνει ακόμη ακριβότερο ένα αγαθό απαραίτητο για τις μετακινήσεις, τις μεταφορές και την οικονομική δραστηριότητα.

Όταν αυξάνεται η φορολογητέα βάση, αυξάνεται αυτομάτως και το ποσό του ΦΠΑ που εισπράττει το Δημόσιο. Την ώρα, λοιπόν, που νοικοκυριά και επιχειρήσεις πιέζονται, τα κρατικά έσοδα μπορούν να ενισχύονται από την υψηλότερη τιμή στην αντλία. Η άρνηση της κυβέρνησης να προχωρήσει σε ουσιαστική μείωση της φορολογίας αποκαλύπτει την προτεραιότητά της, να διατηρήσει τις εισπράξεις της, ακόμη και όταν το κόστος μετακινήσεων και παραγωγής γίνεται δυσβάσταχτο για μεγάλο μέρος της κοινωνίας.

Οι ανακοινώσεις για ελέγχους και πλαφόν στα περιθώρια κέρδους δεν απαντούν στο κρίσιμο ερώτημα: γιατί δεν υπάρχει αντίστοιχος περιορισμός για τα διυλιστήρια; Τα πλαφόν που έχουν εφαρμοστεί στα πρατήρια και στις εταιρείες εμπορίας δεν ισοδυναμούν με αντίστοιχο περιορισμό στα περιθώρια κέρδους των διυλιστηρίων. Έτσι, οι κυβερνητικές παρεμβάσεις αφήνουν ουσιαστικά εκτός του ίδιου πλαισίου ελέγχου τον ισχυρότερο κρίκο της αγοράς.

Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι αν οι διεθνείς εξελίξεις επηρεάζουν τις τιμές. Είναι γιατί τα διυλιστήρια διαθέτουν τόσο μεγάλη ευχέρεια στην τιμολογιακή τους πολιτική και γιατί η κυβέρνηση επιμένει στην υψηλή φορολογία, χωρίς ουσιαστική ανακούφιση για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Η ακρίβεια στα καύσιμα δεν μπορεί να αποδίδεται αποκλειστικά στις διεθνείς αγορές, όταν η λειτουργία της εγχώριας αγοράς και οι κυβερνητικές επιλογές επιβαρύνουν περαιτέρω τον καταναλωτή.

Τελικά, στην αγορά καυσίμων τα διυλιστήρια μοιάζουν να κάνουν ό,τι θέλουν με τις τιμές, ενώ η κυβέρνηση φροντίζει να διατηρεί και να αυξάνει τις εισπράξεις της.