Ο Τάκης Θεοδωρικάκος ανακοίνωσε χθες την παράταση της πρωτοβουλίας μείωσης τιμών στα σούπερ μάρκετ έως το τέλος του χρόνου και η κυβέρνηση προσπαθεί να την εμφανίσει ως απόδειξη κοινωνικής ευαισθησίας. Μόνο που η κοινωνία δεν τρώει ανακοινώσεις και δεν πληρώνει τα προς το ζην με δελτία Τύπου.
Πρόκειται για έναν προκλητικό εμπαιγμό των πολιτών: μια περιορισμένη και προσωρινή έκπτωση τιμών —εφόσον τελικά υλοποιηθεί— παρουσιάζεται ως απάντηση σε ένα γενικευμένο κύμα ανατιμήσεων που κατατρώει το εισόδημά τους. Η κυβέρνηση ζητά ουσιαστικά από τους πολίτες να χειροκροτήσουν για τις πρόσκαιρες εκπτώσεις σε ορισμένα προϊόντα, την ώρα που το κόστος της καθημερινής ζωής απορροφά ολοένα μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους.
Τα στοιχεία διαψεύδουν τις κυβερνητικές θριαμβολογίες. Τον Σεπτέμβριο του 2026 ο γενικός δείκτης τιμών καταναλωτή αυξήθηκε κατά 5% σε ετήσια βάση, ενώ μόνο μέσα σε έναν μήνα σημείωσε άνοδο 2,1%. Η στέγαση ακρίβυνε κατά 14,7%, οι μεταφορές κατά 11,3%, το φυσικό αέριο κατά 55,2% και η βενζίνη κατά 22,5%. Αυτή είναι η πραγματικότητα που βιώνουν τα νοικοκυριά, όχι η ωραιοποιημένη εικόνα που επιχειρεί να κατασκευάσει η κυβερνητική προπαγάνδα.
Ούτε στα τρόφιμα μπορεί να στηριχθεί το κυβερνητικό αφήγημα. Ακόμη κι όταν ένας δείκτης εμφανίζει στασιμότητα ή απειροελάχιστη υποχώρηση, αυτό δεν σημαίνει ότι οι τιμές επιστρέφουν στα επίπεδα πριν από τις αλλεπάλληλες ανατιμήσεις. Το ελαιόλαδο είχε καταγράψει αύξηση 121,6% μέσα σε πέντε χρόνια και το βόειο κρέας 66,6%, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν το 2024. Ποιος πιστεύει ότι μερικές προσωρινές εκπτώσεις σε επιλεγμένους κωδικούς μπορούν να αντισταθμίσουν τέτοιες αυξήσεις;
Η διαφορά είναι στοιχειώδης, αλλά η κυβέρνηση επιμένει να την παρακάμπτει: άλλο η πραγματική αποκλιμάκωση των τιμών και άλλο η προβολή μιας επικοινωνιακής πρωτοβουλίας ως δήθεν επιτυχίας. Το ζητούμενο δεν είναι πόσα προϊόντα θα ενταχθούν σε ένα πρόγραμμα, αλλά πόσο έχει επιβαρυνθεί συνολικά ο οικογενειακός προϋπολογισμός και τι μένει στο τέλος του μήνα από έναν μισθό ή μια σύνταξη.
Η χθεσινή δημοσκόπηση της Pulse αποτυπώνει το μέγεθος του προβλήματος. Για το 50% των πολιτών, το κόστος ζωής κα η οικονομία αποτελούν το βασικό κριτήριο ψήφου. Μόλις το 10% θεωρεί ότι τα κυβερνητικά μέτρα για την ακρίβεια των καυσίμων είναι σωστά και επαρκή. Το 38% τα κρίνει λανθασμένης κατεύθυνσης, ενώ ένα επιπλέον 41% θεωρεί ότι χρειάζονται περισσότερα μέτρα.
Τι άλλο χρειάζεται για να γίνει αντιληπτό ότι οι πολίτες δεν πείθονται από τις κυβερνητικές εξαγγελίες; Δεν ζητούν να ακούσουν πόσο θα μειωθούν οι τιμές σε ορισμένα προϊόντα των σούπερ μάρκετ τα Χριστούγεννα. Ζητούν να μπορούν να πληρώνουν το νοίκι τους, τους λογαριασμούς, τα καύσιμα και το σούπερ μάρκετ χωρίς να κάνουν διαρκώς περικοπές ακόμη και στις στοιχειώδεις ανάγκες τους.
Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη αντιμετωπίζει την ακρίβεια σαν να πρόκειται για πρόβλημα δημοσίων σχέσεων. Αντί να λογοδοτεί για το συνολικό κόστος ζωής, επιλέγει να διαφημίζει αποσπασματικές εκπτώσεις και να μεταθέτει στις επιχειρήσεις την ευθύνη για μια δήθεν εθνική προσπάθεια. Κατόπιν, παρουσιάζει την εθελοντική συμμετοχή τους ως απόδειξη ότι η δική της πολιτική αποδίδει. Πρόκειται για βολική επικοινωνιακή κατασκευή, όχι για απάντηση στο πρόβλημα.
Όταν η οικονομία και το κόστος ζωής αποτελούν το βασικό κριτήριο ψήφου για τους μισούς πολίτες, οι πανηγυρισμοί για επιλεγμένες εκπτώσεις δεν είναι απλώς ανεπαρκείς. Είναι πρόκληση για εκείνους που βλέπουν το εισόδημά τους να εξαντλείται όλο και νωρίτερα, ενώ η κυβέρνηση επιχειρεί να τους πείσει ότι η ακρίβεια αντιμετωπίζεται.
Ο εμπαιγμός έχει όρια. Και τα όρια τα θέτει η ίδια η πραγματικότητα: εκείνη που οι πολίτες βιώνουν καθημερινά, πολύ πριν φτάσουν στην κάλπη.





