Η έλλειψη επαρκούς αποθήκευσης οδηγεί στην απώλεια τουλάχιστον 3 TWh πράσινης ενέργειας, με εκτιμώμενο κόστος που φτάνει τα 600 εκατ. ευρώ, ενώ την ίδια στιγμή οι πρόσθετες επιβαρύνσεις από την αγορά εξισορρόπησης ανήλθαν στα 756 εκατ. ευρώ μόνο στο εννεάμηνο του 2026. Τα στοιχεία παρουσίασε χθες στο 8ο Renewable & Storage Forum ο πρόεδρος της Ένωσης Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας (ΕΒΙΚΕΝ), Αντώνης Κοντολέων, επιχειρώντας να εξηγήσει γιατί, παρά τη μεγάλη διείσδυση των ΑΠΕ στο ηλεκτρικό σύστημα, οι τιμές εξακολουθούν να παραμένουν υψηλές. Στο επίκεντρο της παρέμβασής του βρέθηκαν οι καθυστερήσεις στην ανάπτυξη της αποθήκευσης, οι στρεβλώσεις στην αγορά εξισορρόπησης και η έλλειψη διαφάνειας ως προς τις επιμέρους χρεώσεις που ενσωματώνονται στο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας.
Σύμφωνα με την ΕΒΙΚΕΝ, τουλάχιστον 3 TWh ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ δεν αξιοποιούνται εξαιτίας της απουσίας επαρκών συστημάτων αποθήκευσης. Πρόκειται για ενέργεια που θα μπορούσε να αποθηκεύεται τις ώρες υψηλής παραγωγής των ανανεώσιμων πηγών και να διοχετεύεται στο σύστημα κατά την απογευματινή αιχμή, όταν αυξάνεται η ζήτηση και απαιτείται μεγαλύτερη συμμετοχή των μονάδων φυσικού αερίου.
Μια τέτοια εξέλιξη θα περιόριζε την ανάγκη ηλεκτροπαραγωγής από φυσικό αέριο, μειώνοντας τόσο το ανθρακικό αποτύπωμα όσο και την Οριακή Τιμή Συστήματος. Η ΕΒΙΚΕΝ εκτιμά ότι η αξία της ενέργειας που χάνεται μπορεί να φτάνει τουλάχιστον τα 600 εκατ. ευρώ, θέτοντας παράλληλα ζήτημα για το συνολικό οικονομικό κόστος που προκαλούν οι καθυστερήσεις στην ανάπτυξη της αποθήκευσης.
Ωστόσο, το πρόβλημα δεν περιορίζεται στη μη αξιοποίηση της πράσινης παραγωγής. Ιδιαίτερη έμφαση δίνει η βιομηχανία στις χρεώσεις της αγοράς εξισορρόπησης, οι οποίες εξακολουθούν να επιβαρύνουν σημαντικά το τελικό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, οι Λογαριασμοί Προσαυξήσεων ΛΠ2 και ΛΠ3 επιβάρυναν τους καταναλωτές με συνολικά 756 εκατ. ευρώ κατά το πρώτο εννεάμηνο του 2026, ενώ η ανοδική τους πορεία συνεχίστηκε και την πρώτη εβδομάδα του Οκτωβρίου. Ενδεικτικό των στρεβλώσεων που καταγράφει η ΕΒΙΚΕΝ είναι ότι ο ΛΠ3 μπορεί να φτάνει ακόμη και τα 80 ευρώ/MWh σε ώρες κατά τις οποίες οι τιμές στη χονδρεμπορική αγορά μηδενίζονται. Όπως επισημαίνεται στην παρουσίαση, ο Διαχειριστής προχωρά σε καθημερινή βάση, κατά τις μεσημβρινές ώρες, σε αγορές ενέργειας λόγω περιορισμών του συστήματος, δημιουργώντας πρόσθετο κόστος παρά τις ιδιαίτερα χαμηλές τιμές στην Αγορά Επόμενης Ημέρας. Η ΕΒΙΚΕΝ θέτει επίσης ζήτημα διαφάνειας στον τρόπο με τον οποίο αποτυπώνονται οι επιβαρύνσεις αυτές. Ειδικότερα, επισημαίνει ότι το κόστος ανακατανομής της παραγωγής, γνωστό ως redispatching, παραμένει ενσωματωμένο στο κόστος ενέργειας, χωρίς να παρουσιάζεται διακριτά. Με βάση τα στοιχεία της ΡΑΕ που επικαλείται η Ένωση, το 2023 το κόστος του redispatching είχε ανέλθει στα 248 εκατ. ευρώ, σε σύνολο επιβαρύνσεων 738 εκατ. ευρώ. Ωστόσο, δεν υπάρχουν αντίστοιχα δημοσιοποιημένα στοιχεία για το 2025 και το 2026, γεγονός που προκαλεί ερωτήματα σχετικά με την εξέλιξη των συγκεκριμένων χρεώσεων.
Στο πλαίσιο αυτό, προτείνει το κόστος του redispatching και των επικουρικών υπηρεσιών να ανακτάται μέσω των Χρεώσεων Χρήσης Συστήματος, όπως, σύμφωνα με την Ένωση, συμβαίνει στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές αγορές. Η πρόταση συνδέεται και με τις προβλέψεις της ευρωπαϊκής πρωτοβουλίας «Future-Proofing Electricity Bills», η οποία προβλέπει μεγαλύτερη διαφάνεια στην παρουσίαση των επιμέρους συνιστωσών του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας. Ένα ακόμη ζήτημα που αναδεικνύεται αφορά τη λειτουργία της καθοδικής αγοράς εξισορρόπησης και ειδικότερα το κατώτατο όριο των -100 ευρώ/MWh. Η ΕΒΙΚΕΝ θέτει ζήτημα υποδήλωσης της παραγωγής από ορισμένες μονάδες ΑΠΕ, προκειμένου να επωφεληθούν από τον συγκεκριμένο μηχανισμό, ζητώντας να διερευνηθεί κατά πόσο η πρακτική αυτή δημιουργεί πρόσθετες επιβαρύνσεις στον ΛΠ3 και τελικά στους καταναλωτές
Η Ένωση συνδέει τις στρεβλώσεις αυτές με την ανάγκη αλλαγών στον τρόπο λειτουργίας της αγοράς, ώστε η αυξημένη παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές να οδηγεί σε πραγματικό οικονομικό όφελος. Στην ίδια κατεύθυνση επικαλείται και την έκθεση Ντράγκι, η οποία προτείνει την αποσύνδεση της αμοιβής των ΑΠΕ και της πυρηνικής ενέργειας από την ηλεκτροπαραγωγή με ορυκτά καύσιμα, αξιοποιώντας εργαλεία όπως οι μακροχρόνιες συμβάσεις αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας (PPAs) και οι αμφίδρομες συμβάσεις επί διαφοράς (CfDs).





