Πρόκειται για μια πρωτοβουλία την οποία ζητούν εδώ και καιρό τα ευρωπαϊκά διυλιστήρια, μεταξύ των οποίων και οι δύο μεγάλοι ελληνικοί όμιλοι, HelleniQ Energy και Motor Oil, καθώς οι αναταράξεις στην αγορά πετρελαίου και η άνοδος των τιμών των καυσίμων αναδεικνύουν τη σημασία της εγχώριας παραγωγικής δυναμικότητας. Το θέμα βρέθηκε στην ατζέντα της πρόσφατης συνεδρίασης της Ομάδας Συντονισμού της Κομισιόν για το πετρέλαιο στις Βρυξέλλες, όπου επιβεβαιώθηκε ότι βρίσκονται σε εξέλιξη οι προετοιμασίες για τον διάλογο.
Κατά τη συνεδρίαση καταγράφηκαν πιέσεις στη διαθεσιμότητα ντίζελ και αεροπορικών καυσίμων, χωρίς όμως η ευρωπαϊκή αγορά να αντιμετωπίζει, προς το παρόν, πραγματικές ελλείψεις προϊόντων. Η κινητοποίηση των Βρυξελλών ακολουθεί τις αποφάσεις της Συνόδου Κορυφής της 15ης και 16ης Οκτωβρίου, όταν οι Ευρωπαίοι ηγέτες ζήτησαν να διαμορφωθεί ένα άμεσο πλαίσιο παρεμβάσεων για την καλύτερη αξιοποίηση της παραγωγικής δυναμικότητας και τη βελτίωση της αποδοτικότητας των διυλιστηρίων της ΕΕ. Την έναρξη στρατηγικού διαλόγου είχε προαναγγείλει ήδη από τις 6 Οκτωβρίου η πρόεδρος της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, ενώ τον συντονισμό του θα αναλάβουν οι επίτροποι Νταν Γιόργκενσεν και Άντριους Κουμπίλιους.
Στο επίκεντρο θα βρεθούν οι δυνατότητες ενίσχυσης της ευρωπαϊκής διύλισης, ώστε ο κλάδος να μπορέσει να ανταποκριθεί στις νέες συνθήκες που διαμορφώνουν οι διεθνείς εξελίξεις, διατηρώντας παράλληλα την ανταγωνιστική του θέση. Οι επιπτώσεις του πολέμου στην Ουκρανία, σε συνδυασμό με την κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ, έχουν προκαλέσει αναταράξεις στις ροές πετρελαίου και πετρελαϊκών προϊόντων, επαναφέροντας στο προσκήνιο το ζήτημα της ενεργειακής ασφάλειας. Για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις διύλισης, ωστόσο, η πρόκληση είναι διπλή: αφενός να αντιμετωπίσουν τις άμεσες δυσκολίες στην αγορά και αφετέρου να εξασφαλίσουν ότι θα μπορούν να συνεχίσουν να λειτουργούν και να επενδύουν τα επόμενα χρόνια.
Η FuelsEurope, που εκπροσωπεί τη διυλιστική βιομηχανία σε ευρωπαϊκό επίπεδο, υποδέχθηκε θετικά τη θέση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για τη στρατηγική σημασία του κλάδου. Ξεκαθαρίζει, ωστόσο, ότι οι πολιτικές διακηρύξεις θα πρέπει να αποκτήσουν ουσιαστικό περιεχόμενο, καθώς διαφορετικά δεν μπορεί να διασφαλιστεί η ενεργειακή αυτονομία της Ευρώπης σε βάθος χρόνου. Σύμφωνα με τη γενική διευθύντρια της FuelsEurope, Λιάνα Γούτα, η Ευρώπη δεν μπορεί να επικεντρωθεί αποκλειστικά στη διαχείριση της σημερινής κρίσης, παραβλέποντας την ανάγκη προστασίας της παραγωγικής της βάσης.
Μια τέτοια επιλογή, όπως επισημαίνει, θα συνιστούσε στρατηγικό σφάλμα. Για τον λόγο αυτό, ο κλάδος ζητά μια συνολική ευρωπαϊκή πολιτική για τη διύλιση, με μέτρα που θα στηρίζουν τη λειτουργία των υφιστάμενων μονάδων, θα διευκολύνουν τον εκσυγχρονισμό τους και θα ενισχύουν τη θέση τους απέναντι στον διεθνή ανταγωνισμό. Το μήνυμα της FuelsEurope είναι ότι η πολιτική αναγνώριση της σημασίας των διυλιστηρίων πρέπει να αποτελέσει την αφετηρία για συγκεκριμένες αποφάσεις. Οι ευρωπαϊκές εγκαταστάσεις χρειάζονται ένα περιβάλλον που θα τους επιτρέπει να καλύπτουν τις ανάγκες της αγοράς, να προχωρούν σε νέες επενδύσεις και να διατηρούν την οικονομική τους βιωσιμότητα σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Μάλιστα, ο κλάδος συνδέει πλέον ευθέως τη διατήρηση της διυλιστικής παραγωγής με ζητήματα που υπερβαίνουν τις ανάγκες της αγοράς καυσίμων.
Πέρα από την τροφοδοσία των μεταφορών και της βιομηχανίας, η ύπαρξη επαρκούς παραγωγικής δυναμικότητας στην Ευρώπη θεωρείται καθοριστική για την άμυνα, την ασφάλεια κρίσιμων υποδομών και τη δυνατότητα μετακίνησης στρατιωτικών δυνάμεων. Η εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα αποκτά, υπό αυτό το πρίσμα, και διάσταση στρατηγικής ασφάλειας. Παράλληλα, η ευρωπαϊκή διυλιστική βιομηχανία βρίσκεται αντιμέτωπη με την πρόκληση της προσαρμογής στους στόχους της ενεργειακής μετάβασης.
Οι επενδύσεις σε ανανεώσιμα καύσιμα και προϊόντα με χαμηλότερες εκπομπές άνθρακα αποτελούν βασικό μέρος αυτού του μετασχηματισμού, με τις νέες τεχνολογίες να αξιοποιούν, μεταξύ άλλων, βιώσιμη βιομάζα και ανακυκλωμένο διοξείδιο του άνθρακα ως πρώτες ύλες. Κατά τη FuelsEurope, η ανάπτυξη αυτών των δραστηριοτήτων μπορεί να προσφέρει στην Ευρώπη πρόσθετες δυνατότητες παραγωγής ενεργειακών προϊόντων, μειώνοντας τις ανάγκες εισαγωγών και περιορίζοντας την έκθεσή της σε εξωτερικές κρίσεις. Ωστόσο, για να προχωρήσουν οι σχετικές επενδύσεις, απαιτούνται οι κατάλληλες συνθήκες, τόσο σε επίπεδο ανταγωνιστικότητας όσο και σε επίπεδο στήριξης της καινοτομίας και της απανθρακοποίησης.
Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η ευρωπαϊκή διυλιστική βιομηχανία επιδιώκει ο διάλογος με την Κομισιόν να μην εξαντληθεί σε μέτρα αντιμετώπισης των σημερινών προβλημάτων, αλλά να ανοίξει τη συζήτηση για το μέλλον του κλάδου. Το επόμενο διάστημα θα φανεί εάν η πρωτοβουλία των Βρυξελλών θα οδηγήσει σε ένα συνεκτικό πλαίσιο στήριξης, ικανό να συνδυάσει τη διατήρηση των ευρωπαϊκών διυλιστηρίων με τις επενδύσεις που απαιτεί η ενεργειακή μετάβαση.
Το στοίχημα είναι να μη χαθεί παραγωγική δυναμικότητα και, ταυτόχρονα, να μπορέσουν οι επιχειρήσεις να χρηματοδοτήσουν τον εκσυγχρονισμό τους χωρίς να βρεθούν σε μειονεκτική θέση έναντι των ανταγωνιστών τους εκτός Ευρώπης.






