Γιάννης Τριήρης: «Ιερή αγελάδα» του νεοφιλελευθερισμού το 5% στα μερίσματα

Γιάννης Τριήρης: «Ιερή αγελάδα» του νεοφιλελευθερισμού το 5% στα μερίσματα
Πέμπτη, 25/06/2026 - 08:05

Υπάρχουν λίγα πράγματα που προκαλούν τόσο πανικό στο ελληνικό νεοφιλελεύθερο κατεστημένο όσο η ιδέα να φορολογηθεί λίγο περισσότερο το εισόδημα από το κεφάλαιο. Αρκεί να τεθεί ζήτημα αύξησης του φόρου στα μερίσματα και αμέσως ξεκινά μια γνώριμη εκστρατεία φόβου: οι επενδύσεις θα φύγουν, οι επιχειρήσεις θα καταρρεύσουν, η οικονομία θα σταματήσει να αναπτύσσεται.

Είναι η ίδια ακριβώς αφήγηση που ακούμε εδώ και σαράντα χρόνια από τους ιδεολογικούς απογόνους του Ρόναλντ Ρίγκαν και της Μάργκαρετ Θάτσερ. Η θεωρία είναι απλή: οι πλούσιοι πρέπει να φορολογούνται όσο το δυνατόν λιγότερο γιατί δήθεν έτσι ωφελούνται όλοι. Τα κέρδη στην κορυφή θα μετατραπούν υποτίθεται σε επενδύσεις, θέσεις εργασίας και ευημερία για το σύνολο της κοινωνίας.

Η πραγματικότητα, όμως, διέψευσε παντού αυτή τη θεωρία. Από τις Ηνωμένες Πολιτείες μέχρι την Ευρώπη, οι δεκαετίες νεοφιλελεύθερων φορολογικών ελαφρύνσεων δεν οδήγησαν σε δίκαιη κατανομή του πλούτου αλλά σε εκρηκτική αύξηση των ανισοτήτων. Οι πλούσιοι έγιναν πλουσιότεροι, οι μεσαίες τάξεις συμπιέστηκαν και οι εργαζόμενοι κλήθηκαν να χρηματοδοτήσουν ένα κράτος που έχανε διαρκώς έσοδα από την ευνοϊκή φορολόγηση του μεγάλου κεφαλαίου.

Στην Ελλάδα του Κυριάκου Μητσοτάκη η πολιτική αυτή εφαρμόστηκε σχεδόν ως δόγμα. Η κυβέρνηση μείωσε τον φόρο στα μερίσματα από το 10% στο 5%, χαρίζοντας εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ ετησίως κυρίως στα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα. Παρουσίασε μάλιστα το μέτρο ως αναπτυξιακή μεταρρύθμιση, χωρίς ποτέ να αποδείξει ότι η μείωση αυτή οδήγησε σε ανάλογη αύξηση παραγωγικών επενδύσεων.

Το αποτέλεσμα είναι ότι σήμερα η Ελλάδα διαθέτει έναν από τους χαμηλότερους φόρους μερισμάτων σε ολόκληρη την Ευρώπη. Το 5% δεν είναι ευρωπαϊκή κανονικότητα. Είναι ακραία εξαίρεση.

Και όμως, κάθε συζήτηση για αύξηση του συντελεστή ακόμη και στο 15% παρουσιάζεται περίπου ως οικονομική αυτοκτονία.

Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο είναι η σύγκριση με τη φορολογία της εργασίας. Ο εργαζόμενος που βγάζει το εισόδημά του από τον μισθό του μπορεί να φορολογηθεί με συντελεστές που φτάνουν το 44%. Πληρώνει ασφαλιστικές εισφορές, έμμεσους φόρους, ΦΠΑ σε κάθε αγορά και μια σειρά από επιβαρύνσεις που απομειώνουν το διαθέσιμο εισόδημά του.

Ο μέτοχος όμως που εισπράττει μεγάλα ποσά από μερίσματα φορολογείται με μόλις 5%.

Με άλλα λόγια, στην Ελλάδα του 2026 η εργασία φορολογείται πολλαπλάσια από το κεφάλαιο.

Αυτό δεν είναι οικονομικός νόμος. Είναι πολιτική επιλογή.

Οι υπερασπιστές αυτής της πολιτικής επικαλούνται τον φόρο 22% στα εταιρικά κέρδη. Πρόκειται όμως για ένα επιχείρημα που καταρρέει μόλις εξεταστεί σοβαρά.

Ο φόρος εταιρικών κερδών επιβάλλεται στα καθαρά κέρδη, αφού έχουν αφαιρεθεί όλες οι αναγνωριζόμενες δαπάνες, οι αποσβέσεις, τα λειτουργικά έξοδα και κάθε άλλη νόμιμη έκπτωση. Δεν επιβάλλεται στον τζίρο ούτε στα ακαθάριστα έσοδα.

Αντίθετα, ο μισθωτός δεν μπορεί να αφαιρέσει το ενοίκιο, το σούπερ μάρκετ, το ρεύμα, τη βενζίνη ή τα έξοδα ανατροφής των παιδιών του πριν φορολογηθεί. Φορολογείται ουσιαστικά επί του εισοδήματός του χωρίς τις δυνατότητες φορολογικού σχεδιασμού που διαθέτουν οι επιχειρήσεις και οι κάτοχοι μεγάλου κεφαλαίου.

Το ίδιο παραπλανητικό είναι και το επιχείρημα περί προκαταβολής φόρου στις επιχειρήσεις. Η προκαταβολή δεν είναι πρόσθετος φόρος. Είναι προπληρωμή φόρου που καταβάλλεται μια και μόνη φορά και στη συνέχεια συμψηφίζεται. Παρ' όλα αυτά παρουσιάζεται συστηματικά ως ξεχωριστή επιβάρυνση ώστε να δημιουργείται η ψευδής εικόνα μιας δήθεν εξοντωτικής φορολόγησης του επιχειρηματικού κέρδους.

Πίσω από όλα αυτά κρύβεται μια βαθιά ιδεολογική παραδοχή: ότι το εισόδημα από εργασία πρέπει να φορολογείται περισσότερο από το εισόδημα από κεφάλαιο. Ότι ο μισθωτός, ο εκπαιδευτικός, ο γιατρός του ΕΣΥ, ο μηχανικός, ο υπάλληλος ή ο μικρομεσαίος πρέπει να συνεισφέρουν αναλογικά περισσότερο από εκείνον που εισπράττει εισόδημα από μετοχές και μερίσματα.

Αυτή είναι η ουσία της νεοφιλελεύθερης πολιτικής που εφαρμόζεται τα τελευταία χρόνια. Δεν πρόκειται για τεχνική συζήτηση περί φορολογικών συντελεστών. Πρόκειται για επιλογή αναδιανομής πλούτου υπέρ των ισχυρότερων οικονομικά ομάδων.

Και γι' αυτό η συζήτηση περί αύξησης του φόρου στα μερίσματα από το 5% στο 15% που έχουν ξεκινήσει τα κεντροαριστερά κόμματα στη χώρα μας, δεν αποτελεί ούτε ταξικό πόλεμο ούτε επίθεση στην επιχειρηματικότητα. Αποτελεί μια στοιχειώδη πράξη φορολογικής εξισορρόπησης.

Γιατί σε μια δημοκρατική κοινωνία δεν μπορεί ο κόσμος της εργασίας να χρηματοδοτεί δυσανάλογα το κράτος, ενώ το εισόδημα από το κεφάλαιο απολαμβάνει προνομιακή μεταχείριση που συναντάται σε ελάχιστες χώρες της Ευρώπης.

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι γιατί κάποιοι θέλουν να αυξηθεί ο φόρος στα μερίσματα.

Το πραγματικό ερώτημα είναι γιατί μια κυβέρνηση που αυτοπαρουσιάζεται στα λόγια ως κοινωνική, θεωρεί φυσιολογικό ένας εργαζόμενος να φορολογείται έως και με 44%, ενώ ο κάτοχος μεγάλων μετοχικών συμμετοχών να καταβάλλει μόλις 5% για τα εισοδήματά του.

Η απάντηση δεν βρίσκεται στην οικονομία.

Βρίσκεται στην ιδεολογία.