Αυτή τη φορά επέλεξε να πανηγυρίσει για την αδειοδότηση νέων παραρτημάτων ξένων πανεπιστημίων, μιλώντας για μια «ιστορική αλλαγή» που, όπως υποστηρίζει, ανοίγει την ελληνική ανώτατη εκπαίδευση στον κόσμο και πολλαπλασιάζει τις επιλογές των νέων.
Η πραγματικότητα, όμως, απέχει πολύ από το κυβερνητικό αφήγημα.
Διότι το βασικό ερώτημα είναι απλό: ποιες επιλογές δημιουργούνται και για ποιους;
Γιατί για τη συντριπτική πλειονότητα των ελληνικών νοικοκυριών, που βλέπουν κάθε μήνα τον οικογενειακό προϋπολογισμό να εξανεμίζεται από την ακρίβεια, τα πανάκριβα δίδακτρα δεν αποτελούν «επιλογή». Αποτελούν απαγορευτικό εμπόδιο.
Στην Ελλάδα του 2026, όπου η κυβέρνηση διαφημίζει την ανάπτυξη αλλά οι πολίτες δυσκολεύονται να καλύψουν ακόμη και βασικές ανάγκες, η ίδρυση ξένων πανεπιστημίων με δίδακτρα δεκάδων χιλιάδων ευρώ δεν λύνει κανένα κοινωνικό πρόβλημα. Αντίθετα, δημιουργεί ένα ακόμη προνόμιο για όσους διαθέτουν την οικονομική δυνατότητα να το αγοράσουν.
Τα στοιχεία είναι αμείλικτα. Στα ιδιωτικά πανεπιστήμια που ήδη λειτουργούν στη χώρα, η φοίτηση στην Ιατρική ξεπερνά τις 25.000 ευρώ ετησίως, ενώ η Νομική κοστίζει πάνω από 15.000 ευρώ τον χρόνο. Σε πολλές πολυτεχνικές σχολές τα ποσά κινούνται επίσης σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα.
Πόσες ελληνικές οικογένειες μπορούν να διαθέσουν 20.000 ή 30.000 ευρώ κάθε χρόνο για τις σπουδές ενός παιδιού; Η απάντηση είναι προφανής.
Κι όμως, αυτή η πραγματικότητα παρουσιάζεται από την κυβέρνηση ως διεύρυνση της εκπαιδευτικής ισότητας.
Η σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες αποκαλύπτει ακόμη περισσότερο το αδιέξοδο της κυβερνητικής πολιτικής.
Στη γειτονική Ιταλία για παράδειγμα λειτουργούν δημόσια πανεπιστήμια διεθνούς κύρους, πολλά από τα οποία προσφέρουν αγγλόφωνα προγράμματα και προσελκύουν χιλιάδες φοιτητές από όλο τον κόσμο. Τα δίδακτρα παραμένουν σε επίπεδα αισθητά χαμηλότερα, συχνά κάτω από τις 6.000 ευρώ, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις, ανάλογα με το οικογενειακό εισόδημα, περιορίζονται ακόμη και στα 1.000 ευρώ ή και χαμηλότερα ετησίως.
Αυτή είναι η ουσιαστική διεθνοποίηση της ανώτατης εκπαίδευσης.
Όχι η δημιουργία μιας αγοράς πανάκριβων πτυχίων, όπου το βασικό κριτήριο εισαγωγής δεν είναι η αριστεία αλλά η οικονομική επιφάνεια της οικογένειας.
Η κυβέρνηση επιμένει επίσης να χαρακτηρίζει τα νέα ιδρύματα ως «μη κρατικά, μη κερδοσκοπικά», σαν να αρκεί ένας νομικός ορισμός για να αλλάξει την πραγματικότητα.
Όταν όμως ένα πανεπιστήμιο χρηματοδοτεί τη λειτουργία του μέσω διδάκτρων δεκάδων χιλιάδων ευρώ, ο πολίτης δικαιούται να αναρωτηθεί ποιος είναι τελικά ο κοινωνικός χαρακτήρας αυτού του μοντέλου. Για τη μέση ελληνική οικογένεια, η ανώτατη εκπαίδευση μετατρέπεται σε ένα πανάκριβο προϊόν, ανεξάρτητα από τη νομική ταμπέλα που του αποδίδει η κυβέρνηση.
Επιπλέον, η επίκληση ηχηρών ονομάτων δεν αρκεί από μόνη της για να πιστοποιήσει την ακαδημαϊκή υπεροχή κάθε παραρτήματος. Η ποιότητα θα κριθεί από τα προγράμματα σπουδών, το επίπεδο του διδακτικού προσωπικού, την ερευνητική δραστηριότητα και τη διεθνή ακαδημαϊκή αναγνώριση. Και αυτά είναι ζητήματα που θα αποδειχθούν στην πράξη, όχι στις κυβερνητικές ανακοινώσεις.
Το ίδιο επικοινωνιακή μοιάζει και η αναφορά του πρωθυπουργού στις φοιτητικές εστίες.
Τη στιγμή που η στεγαστική κρίση έχει μετατραπεί σε εφιάλτη για χιλιάδες οικογένειες, οι κυβερνητικές εξαγγελίες δεν αλλάζουν την καθημερινότητα των φοιτητών που αναζητούν σήμερα σπίτι και βρίσκονται αντιμέτωποι με εξωφρενικά ενοίκια. Οι εστίες εξακολουθούν να αποτελούν περισσότερο υπόσχεση παρά πραγματικότητα, ενώ οι ανάγκες της κοινωνίας είναι παρούσες εδώ και τώρα.
Η Ελλάδα δεν είχε ανάγκη από ένα μοντέλο που αντιμετωπίζει την πανεπιστημιακή εκπαίδευση ως πεδίο επενδυτικής δραστηριότητας. Είχε ανάγκη από ένα ισχυρό δημόσιο πανεπιστήμιο, επαρκώς χρηματοδοτούμενο, εξωστρεφές, με αγγλόφωνα προγράμματα που να προσελκύουν φοιτητές από όλο τον κόσμο και με πραγματικές υποδομές που να εξασφαλίζουν ίσες ευκαιρίες σε όλους.
Αυτό θα ήταν μια μεταρρύθμιση με κοινωνικό πρόσημο.
Αντί γι' αυτό, η κυβέρνηση επιλέγει να παρουσιάζει ως εκπαιδευτική επανάσταση ένα μοντέλο που απευθύνεται πρωτίστως σε όσους μπορούν να πληρώσουν.
Για ακόμη μία φορά, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επενδύει περισσότερο στην εικόνα παρά στην ουσία. Πίσω από τα μεγάλα λόγια περί «ιστορικών αλλαγών» δεν κρύβεται μια νέα εποχή για την ελληνική παιδεία, αλλά μια πολιτική που διευρύνει τις κοινωνικές ανισότητες και μετατρέπει τη γνώση σε εμπόρευμα.
Γιατί η πραγματική πρόοδος δεν μετριέται από τον αριθμό των ιδιωτικών παραρτημάτων που ανοίγουν τις πύλες τους. Μετριέται από το αν το παιδί του δημόσιου υπαλλήλου, του αγρότη, του μικροεπαγγελματία ή του ανέργου έχει τις ίδιες ευκαιρίες με το παιδί της οικονομικής ελίτ.
Και όσο η απάντηση σε αυτό το ερώτημα παραμένει αρνητική, καμία κυβερνητική πανηγυρική ανάρτηση δεν μπορεί να κρύψει την αλήθεια: η κυβέρνηση δεν οικοδομεί μια πιο δίκαιη ανώτατη εκπαίδευση. Οικοδομεί μια αγορά πανεπιστημιακών υπηρεσιών, όπου η πρόσβαση καθορίζεται όλο και περισσότερο από το μέγεθος του τραπεζικού λογαριασμού και όλο και λιγότερο από το ταλέντο, την προσπάθεια και τα όνειρα των νέων.



