Γιάννης Τριήρης: Επτά χρόνια ψέματα

Γιάννης Τριήρης: Επτά χρόνια ψέματα
Δευτέρα, 29/06/2026 - 08:07

Επτά χρόνια μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε, μέσω της καθιερωμένης κυριακάτικης ανάρτησής του, χθες, να παρουσιάσει έναν απολογισμό που απέχει παρασάγγας της πραγματικότητας

Με αναφορές σε «μετρήσιμη πρόοδο», «χειροπιαστά αποτελέσματα» και «υλοποιημένες δεσμεύσεις», ο πρωθυπουργός επιχείρησε να περιγράψει μια Ελλάδα που αφήνει οριστικά πίσω της τις κρίσεις και βαδίζει με αυτοπεποίθηση προς το 2030.

Πρόκειται για το γνώριμο κυβερνητικό αφήγημα, σύμφωνα με το οποίο η χώρα γνωρίζει πρωτοφανή ανάπτυξη και όποιος το αμφισβητεί είτε μηδενίζει τα πάντα είτε αρνείται να αναγνωρίσει την πρόοδο.

Το ενδιαφέρον, όμως, είναι ότι η αποδόμηση αυτού του success story δεν προέρχεται πλέον μόνο από την αντιπολίτευση ή από την καθημερινή δυσφορία των πολιτών. Προέρχεται και από αξιόπιστα διεθνή μέσα ενημέρωσης και οικονομικούς αναλυτές, τους οποίους η ίδια η κυβέρνηση επικαλείται κάθε φορά που δημοσιεύουν θετικές αξιολογήσεις για την ελληνική οικονομία. Όταν, όμως, οι ίδιες αυτές πηγές αναδεικνύουν τις αδυναμίες και τις αντιφάσεις της κυβερνητικής πολιτικής, η σιωπή γίνεται εκκωφαντική.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το πρόσφατο εκτενές δημοσίευμα του Bloomberg, το οποίο περιγράφει με σαφήνεια το μεγάλο ελληνικό παράδοξο. Από τη μία πλευρά υπάρχουν οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης, τα πρωτογενή πλεονάσματα, η αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους και η αναμενόμενη αναβάθμιση της χώρας σε ανεπτυγμένη αγορά. Από την άλλη, όμως, υπάρχει μια κοινωνία που εξακολουθεί να ασφυκτιά από την ακρίβεια, το στεγαστικό κόστος και τη διαρκή μείωση της αγοραστικής της δύναμης. Το Bloomberg επισημαίνει ότι ακόμη και πολίτες με σχετικά υψηλά εισοδήματα για τα ελληνικά δεδομένα δυσκολεύονται πλέον να διατηρήσουν το βιοτικό επίπεδο που είχαν πριν από λίγα χρόνια, ενώ οι θερινές διακοπές μετατρέπονται για πολλούς σε πολυτέλεια.

Αυτό είναι και το μεγαλύτερο πρόβλημα του κυβερνητικού αφηγήματος. Οι αριθμοί μπορεί να ευημερούν, όμως οι άνθρωποι όχι. Η πραγματική οικονομία δεν μετριέται ούτε από τις αξιολογήσεις των διεθνών οίκων ούτε από τις επιδόσεις των χρηματιστηρίων. Μετριέται στο κόστος της καθημερινότητας.

Η κυβέρνηση επιμένει ότι μεγάλο μέρος της ακρίβειας είναι αποτέλεσμα εξωγενών κρίσεων. Πράγματι, η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία προκάλεσε τεράστιες αναταράξεις στις αγορές ενέργειας, ενώ η ένταση στη Μέση Ανατολή επηρέασε εκ νέου τις διεθνείς τιμές. Όμως το επιχείρημα αυτό εξηγεί μόνο ένα μέρος της εικόνας. Αν οι κρίσεις επηρέασαν ολόκληρη την Ευρώπη, γιατί η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στις πρώτες θέσεις των ανατιμήσεων σε τόσες βασικές κατηγορίες;

Τα στοιχεία της Eurostat είναι αποκαλυπτικά. Τον Μάιο, ο πληθωρισμός στα υγρά καύσιμα ήταν αυξημένος κατά 53,2%, περίπου 25% υψηλότερος από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ οι τιμές παρέμεναν κατά 63% υψηλότερες από το 2019. Επίσης, οι τιμές των τροφίμων έχουν αυξηθεί περίπου κατά 40%, ενώ η στέγαση κατά 36% σε σχέση με την προ Μητσοτάκη περίοδο, το 2019.

Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνει όσα επισήμανε και το Bloomberg, ότι το πρόβλημα δεν μπορεί πλέον να αποδίδεται αποκλειστικά στις διεθνείς κρίσεις. Αν ήταν έτσι, η Ελλάδα δεν θα κατέγραφε τόσο συχνά δυσανάλογα υψηλότερες αυξήσεις από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Οι Έλληνες πληρώνουν ακριβότερα πολλά βασικά αγαθά από πολίτες χωρών με πολλαπλάσια εισοδήματα, ενώ οι μισθοί παραμένουν καθηλωμένοι στις τελευταίες θέσεις της Ευρωζώνης.

Ακόμη και οι δημοσιονομικές επιτυχίες που προβάλλει η κυβέρνηση αποκτούν διαφορετική διάσταση όταν εξεταστεί από πού προέρχονται. Ο επίμονα υψηλός πληθωρισμός σημαίνει υψηλότερες εισπράξεις από τον ΦΠΑ και τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης, αυξάνοντας τα κρατικά έσοδα πέρα από τις αρχικές προβλέψεις. Έτσι επιτυγχάνονται ευκολότερα τα πλεονάσματα που παρουσιάζονται ως απόδειξη χρηστής διαχείρισης. Το τίμημα, όμως, το πληρώνουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις, που καλούνται να χρηματοδοτούν αυτή τη δημοσιονομική εικόνα μέσα από το ακριβότερο κόστος ζωής.

Γι' αυτό και η δήλωση του πρωθυπουργού ότι «εννέα στις δέκα προεκλογικές δεσμεύσεις έχουν γίνει πράξη» δεν αρκεί για να πείσει μια κοινωνία που καθημερινά αναγκάζεται να «σφίγγει το ζωνάρι».

Όσο η κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός συνεχίζουν να παρουσιάζουν μια Ελλάδα των στατιστικών, αγνοώντας την Ελλάδα της καθημερινότητας, τόσο θα χάνουν την όποια αξιοπιστία τους έχει απομείνει. Και όταν ακόμη και τα διεθνή μέσα ενημέρωσης που επί χρόνια αναγνώριζαν τη δημοσιονομική ανάκαμψη της χώρας αρχίζουν να επισημαίνουν ότι η ανάπτυξη δεν μεταφράζεται σε καλύτερη ζωή για τους πολίτες, τότε το πρόβλημα δεν μπορεί να αποδοθεί ούτε στην αντιπολίτευση ούτε στην «ισοπεδωτική κριτική». Είναι η ίδια η πραγματικότητα που διαψεύδει το κυβερνητικό αφήγημα και εδραιώνει την άποψη για επτά χρόνια ψέματα.