Γιάννης Τριήρης: Μονιμοποίηση της ακρίβειας με τη «βούλα» Μητσοτάκη

Γιάννης Τριήρης: Μονιμοποίηση της ακρίβειας με τη «βούλα» Μητσοτάκη
Τρίτη, 30/06/2026 - 08:18

Υπάρχουν στιγμές που μια κυβερνητική απόφαση αποκαλύπτει ολόκληρη τη φιλοσοφία μιας διακυβέρνησης. Η απόφαση του Κυριάκου Μητσοτάκη να καταργήσει από την 1η Ιουλίου το πλαφόν στο μεικτό περιθώριο κέρδους και να αρκεστεί σε μια απλή «συμφωνία κυρίων» με τις μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ και τη βιομηχανία τροφίμων αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα των τελευταίων ετών.

Μια κυβέρνηση που διαφημίζει ότι πολεμά την ακρίβεια, καταλήγει να παρακαλά τους ισχυρούς της αγοράς όχι να μειώσουν τις τιμές, αλλά απλώς να μην τις αυξήσουν άλλο για δύο μήνες. Πρόκειται για μια εικόνα πολιτικής αδυναμίας ή συνενοχής που δύσκολα μπορεί να κρυφτεί πίσω από επικοινωνιακές κορώνες.

Ακόμη πιο προκλητικό είναι ότι η κυβέρνηση παρουσιάζει ως μεγάλη επιτυχία ένα «πάγωμα» στις σημερινές τιμές. Ποιες τιμές όμως; Εκείνες που έχουν ήδη εκτοξευθεί τα τελευταία χρόνια, με την Ελλάδα να βρίσκεται σταθερά ανάμεσα στις ακριβότερες χώρες της Ευρώπης σε βασικά είδη διατροφής σε σχέση με το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών. Το να διατηρούνται αμετάβλητες οι ήδη υπέρογκες τιμές δεν αποτελεί ανακούφιση για τον καταναλωτή. Αποτελεί μονιμοποίηση της ακρίβειας.

Το ακόμη πιο αποκαλυπτικό στοιχείο είναι η κατάργηση του περίφημου πλαφόν. Ενός μέτρου που η ίδια η κυβέρνηση επί χρόνια παρουσίαζε ως βασικό εργαλείο κατά της αισχροκέρδειας. Στην πραγματικότητα, βέβαια, ούτε αυτό υπήρξε ποτέ πραγματικό πλαφόν στις τιμές. Ήταν ένα πλαφόν στο μεικτό περιθώριο κέρδους, ένα λογιστικό μέγεθος που μπορεί να επηρεαστεί από πλήθος παραγόντων και να προσαρμοστεί με διάφορους τρόπους. Ένα μέγεθος που κάθε μεγάλος όμιλος μπορεί εύκολα να «μαγειρέψει» μέσα από ενδοομιλικές συναλλαγές, τιμολογήσεις και λογιστικά τεχνάσματα. Δεν περιόριζε την τελική τιμή στο ράφι, ούτε διασφάλιζε ότι οι καταναλωτές θα έβλεπαν ουσιαστικές μειώσεις. Ήταν περισσότερο ένα επικοινωνιακό εργαλείο παρά ένας αποτελεσματικός μηχανισμός παρέμβασης.

Αντί λοιπόν να αντικαταστήσει αυτό το ανεπαρκές μέτρο με πραγματικές πολιτικές υπέρ των νοικοκυριών, η κυβέρνηση επιλέγει να το αποσύρει εντελώς και να επενδύσει στις... διαβεβαιώσεις των ίδιων των επιχειρήσεων που καθορίζουν τις τιμές. Όσον αφορά την μείωση του ΦΠΑ στα τρόφιμα, παρότι αποτελεί διαχρονικό αίτημα φορέων της αγοράς, οικονομολόγων αλλά και της αντιπολίτευσης, η κυβέρνηση αρνείται εμμονικά να το υλοποιήσει. Ακόμη, δεν ανακοίνωσε νέα ουσιαστικά μέτρα ενίσχυσης του ανταγωνισμού. Δεν ανακοίνωσε παρεμβάσεις για τη μείωση του ενεργειακού κόστους ή των έμμεσων φόρων που επιβαρύνουν τις τελικές τιμές. Αντίθετα, αρκέστηκε σε ένα τραπέζι διαπραγμάτευσης με τους ισχυρούς λιανεμπόρους και τους μεγάλους βιομηχάνους, από τους οποίους ζήτησε... καλή συμπεριφορά.

Οι πολίτες καλούνται να περιμένουν μέχρι τον Σεπτέμβριο για να δουν –υποτίθεται– «δραστικές μειώσεις» στις τιμές. Με ποιο σχέδιο; Με ποιον μηχανισμό; Με ποια νομική δέσμευση; Με ποιο χρονοδιάγραμμα; Κανείς δεν γνωρίζει. Όλα παραπέμπονται σε μια αόριστη «εθνική κοινωνική συμφωνία», χωρίς συγκεκριμένους στόχους, χωρίς δεσμευτικούς όρους και χωρίς καμία εγγύηση εφαρμογής.

Μια κυβέρνηση όμως δεν μπορεί να ασκεί οικονομική πολιτική στηριζόμενη στις υποσχέσεις εκείνων που έχουν κάθε συμφέρον να διατηρούν υψηλά περιθώρια κέρδους και υψηλές τιμές. Το κράτος δεν μπορεί να λειτουργεί ως θεατής ούτε ως διαμεσολαβητής καλής θέλησης ανάμεσα σε πανίσχυρους επιχειρηματικούς ομίλους. Υποχρέωσή του είναι να προστατεύει πρωτίστως τον καταναλωτή.

Ακόμη πιο ενοχοποιητικό για το Μέγαρο Μαξίμου είναι ότι έντονη κριτική δεν άσκησε μόνο η αντιπολίτευση. Ο πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών, Γιάννης Χατζηθεοδοσίου, διατύπωσε το αυτονόητο ερώτημα: αν υπάρχει συμφωνία για μειώσεις τιμών, γιατί αυτές μετατίθενται για τον Σεπτέμβριο και δεν εφαρμόζονται άμεσα; Πρόκειται για μια απορία που συμμερίζεται κάθε νοικοκυριό που βλέπει το εισόδημά του να εξανεμίζεται καθημερινά.

Αλλά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η παρέμβαση του προέδρου του ΕΒΕΠ, Βασίλη Κορκίδη, ενός ανθρώπου που κάθε άλλο παρά μπορεί να χαρακτηριστεί πολέμιος της Νέας Δημοκρατίας. Και εκείνος ζήτησε ουσιαστικές παρεμβάσεις, όπως μείωση των έμμεσων φόρων και ειδικά του ΦΠΑ στα βασικά αγαθά, καθώς και άμεση μεταφορά του μειωμένου ενεργειακού κόστους στις τελικές τιμές. Όταν ακόμη και στελέχη του επιχειρηματικού κόσμου επισημαίνουν την ανάγκη φορολογικών παρεμβάσεων και όχι απλών ευχολογίων, γίνεται φανερό ότι το κυβερνητικό σχέδιο πάσχει.

Το πολιτικό μήνυμα που εκπέμπει η κυβέρνηση είναι σαφές. Απέναντι στους μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους επιλέγει τη συνεννόηση και τις παρακλήσεις. Απέναντι στους πολίτες επιλέγει την … υπομονή. Στους πρώτους ζητά ευγενικά να μην αυξήσουν κι άλλο τις τιμές. Στους δεύτερους ζητά να περιμένουν άλλους δύο μήνες, ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή οι ίδιες επιχειρήσεις θα αποφασίσουν από μόνες τους να μειώσουν τις τιμές.

Έπειτα από επτά χρόνια διακυβέρνησης, η εικόνα μιας κυβέρνησης που επενδύει στις … καλές προθέσεις της αγοράς αντί να αξιοποιεί τα εργαλεία της πολιτείας συνιστά πολιτική επιλογή και όχι αναγκαστικό συμβιβασμό. Και όσο το Μαξίμου συνεχίζει να αντιμετωπίζει τους μεγάλους παίκτες της αγοράς ως συνομιλητές που δεν πρέπει να δυσαρεστηθούν, τόσο οι καταναλωτές θα παραμένουν οι μεγάλοι χαμένοι.

Γιατί η ακρίβεια δεν αντιμετωπίζεται με ευχολόγια, άτυπες συμφωνίες και υποσχέσεις για έναν καλύτερο …Σεπτέμβριο. Αντιμετωπίζεται με αποφάσεις, συγκρούσεις όταν χρειάζονται και ουσιαστικές παρεμβάσεις υπέρ της κοινωνίας. Και αυτό είναι ακριβώς που η κυβέρνηση Μητσοτάκη αποφεύγει να κάνει.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ